Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Δημήτρης Προύσαλης. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Δημήτρης Προύσαλης. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Δευτέρα 24 Αυγούστου 2015

Ένας ερωδιός στο στόμα του δάσκαλου



Μια φορά κι έναν καιρό ένας δάσκαλος σοφός πήρε το δρόμο και περπατούσε και πήγαινε κατά το σπίτι του. Λένε πως ένας βήχας τον έπνιγε εδώ και ώρα πολλή σ’ όλο το γυρισμό και σε μια στιγμή κάνει «φφφτ!» και φτύνει στο χώμα. Παραξενεύτηκε όμως σαν είδε ανάμεσα στα φλέγματα ένα μικρό άσπρο πούπουλο. Το σκέφτηκε από δω, το σκέφτηκε από κει, δεν μπορούσε να δώσει καμιά εξήγηση. Άρχισε τότε να έχει έγνοια και να στεναχωριέται. Δεν το χωρούσε το μυαλό του αυτό που έγινε, μέχρι που δεν άντεξε άλλο. Τράβηξε γρήγορα για το σπίτι του και, μόλις έφτασε, φώναξε τη γυναίκα του και της είπε: «Γυναίκα, κάτι με βασανίζει και πρέπει σε κάποιον να μιλήσω. Αν στο πω, μου δίνεις υπόσχεση πως δε θα μιλήσεις σε κανέναν;» «Μα και βέβαια, δε θα πω κουβέντα, στο υπόσχομαι!» αποκρίθηκε η γυναίκα του σοφού δασκάλου. Της είπε τότε για το μικρό άσπρο πούπουλο που είχε δει ανάμεσα στα φλέγματά του όταν έφτυσε. Εκείνη πάλι σαν άκουσε τι είχε γίνει, δεν μπόρεσε να το κρατήσει μέσα της. Κι όλο το σκεφτόταν κι όλο το σκεφτόταν χωρίς σταματημό, μέχρι που πήγε να σπάσει το κεφάλι της.

Έτσι, που λέτε, την άλλη μέρα σαν είδε μια γειτόνισσα, της λέει: «Έχω μεγάλη στεναχώρια. Μου ορκίζεσαι να μη μιλήσεις σε κανέναν γι’ αυτό που θα σου πω; Έδωσα υπόσχεση στον άντρα μου πως δε θα το πω πουθενά!» Η γειτόνισσα της είπε: «Μα τι λες τώρα! Αφού ξέρεις πως εγώ κρατάω τα μυστικά! Έλα λοιπόν, μίλα μου, τι έγινε;» «Σίγουρο δε θα μιλήσεις σε κανέναν;» συνέχισε η γυναίκα του δασκάλου. Η γειτόνισσα αποκρίθηκε: «Αν λοιπόν δε με πιστεύεις, κράτα το μυστικό για σένα. Πότε πρόδωσα εγώ δικό σου μυστικό, εεε;» «Εντάξει, φιλενάδα! Θα σου μιλήσω, γιατί ξέρω τι άνθρωπος είσαι! Την ώρα που ο άντρας μου γύριζε από το σπίτι, ξέρεις τι έφτυσε απ’ το στόμα του; Έφτυσε πούπουλα άσπρα από ερωδιό! Κι όχι ένα, αλλά πολλά! Δεν ξέρω τι έπαθε, αλλά είμαι σε αναμμένα κάρβουνα!» είπε η γυναίκα ξανά. «Μη μου στεναχωριέσαι, δεν είναι τίποτα, θα περάσει. Συμβαίνουν αυτά. Αλλά καλά λες να μη μαθευτεί πουθενά, γιατί θα απλωθούν φήμες παντού!» απάντησε  η γειτόνισσα. Έτσι της είπε και γύρισε στο δικό της σπίτι. όμως η γειτόνισσα δεν κρατιόταν με τίποτα!

Μόλις πήγε στο σπίτι της, κοίταξε τριγύρω να δει μήπως βρει κανέναν να του πει το μυστικό που ξεχείλιζε από μέσα της. Όταν λοιπόν αντίκρισε έναν γνωστό της, του τα είπε όλα! «Ορκίσου μου πως δε θα πεις τίποτα σε κανέναν! Έδωσα την υπόσχεση μου στη γυναίκα του σοφού δασκάλου πως δε θα μιλήσω πουθενά! Ξέρεις τι έγινε σήμερα; Ο σοφός δάσκαλος έβηξε κι έβγαλε από το στόμα του έναν ολάκερο ερωδιό! Κι εγώ που νόμιζα ότι οι δάσκαλοι δεν έτρωγαν κρέας! Ποτέ όμως δεν ξέρεις….» Μόλις άκουσε ο γνωστός της αυτά τα λόγια, είπε: «Μωρέ τι λες; Ολάκερος ερωδιός από το στόμα; Μα ο ερωδιός είναι μεγάλο πουλί, πως χώρεσε εκεί μέσα; Παράξενος άνθρωπος αυτός ο σοφός ε; Αλλά μη σε νοιάζει, δε θα το πω πουθενά, βασίσου πάνω μου!»

 Λίγο αργότερα, ένας άλλος γείτονας άκουγε τώρα το μυστικό, πως από το στόμα του σοφού δασκάλου είχαν βγει πετώντας τρομαγμένοι κάμποσοι ερωδιοί. Μέχρι να βραδιάσει, τα νέα είχαν απλωθεί σ΄ όλο το χωριό, κοπάδια από ερωδιούς και πελαργούς αλλά και γερανούς κι όλων των ειδών τα μεγάλα πουλιά είχαν πετάξει μέσα απ’ το στόμα του σοφού δασκάλου.

Το νέο έφτασε, λένε, στα διπλανά χωριά, κι οι χωρικοί έζεψαν τα βόδια τους στα κάρα και κίνησαν να πάνε κατά το χωριό του σοφού δασκάλου, να δούνε του κόσμου τα παράξενα, που μπορεί να ήτανε και θαύμα. Τώρα πια η φήμη έλεγε για πουλιά απ’ όλες τις ράτσες, μικρά και μεγάλα, με όλων των λογιών τα χρώματα, ακόμα κι από άλλα μέρη μακρινά, που έβγαιναν από το στόμα του σοφού δασκάλου. Ο κακόμοιρος ο άνθρωπος κόντεψε να χάσει τα λογικά του. Έφυγε μακριά τρέχοντας και πήγε και κρύφτηκε για κάμποσες μέρες σε ένα δάσος, ώσπου οι φήμες σταμάτησαν για τα καλά, η ιστορία ξεθώριασε κι άρχισαν να γεννιούνται καινούριες φήμες για κάτι άλλο στο χωριό…

(Παραμύθι από την Ινδία)

ΔΗΜΗΤΡΗΣ Β.ΠΡΟΥΣΑΛΗΣ, Παραμύθια των παραμυθάδων, εκδόσεις Απόπειρα.
…


Κάθε βδομάδα η νηπιαγωγός-συγγραφέας Γιώτα Κοτσαύτη επιλέγει ένα κείμενο παιδικής λογοτεχνίας (παραμύθι ή ποίημα), διήγημα ή αποσπάσματα από βιβλία αγαπημένων λογοτεχνών.

Από τον Δεκέμβριο του 2014 φιλοξενούνται στη στήλη και ανέκδοτα κείμενα νέων δημιουργών.

Ένας εικονογράφος ή ζωγράφος καλείται να κάνει μία εικόνα με βάση το κείμενο που θα αναλάβει.

Περιμένουμε τις εικόνες, τις προτάσεις, αλλά και τις ιστορίες σας στην ηλεκτρονική διεύθυνση yotakotsafti1@yahoo.gr
…
Τη σημερινή εικόνα έκανε η Αθηνά-Μαρία Μιχοπούλου.




Γεννήθηκε στις 14 Μαρτίου 1971 στο Βόλο, όπου και κατοικεί με τον σύζυγο και τα δύο τους παιδιά, τη Φωτεινή και τον Φίλιππο.

Το 1992 πήρε το πτυχίο της νηπιαγωγού από την ιδιωτική σχολή Granits στην Αθήνα. Εργάστηκε στον Βρεφονηπιακό Σταθμό Βόλου για 4 χρόνια και, παράλληλα, φοίτησε στο δημόσιο Ι.Ε.Κ. Βόλου (τμήμα προσχολικής αγωγής).

Παρακολούθησε για έναν χρόνο μαθήματα στο τμήμα καλών τεχνών του Καλλιτεχνικού Οργανισμού του Δήμου Βόλου.

Ζωγραφίζει από τότε που θυμάται τον εαυτό της και σχεδόν πάντα σε ερασιτεχνικό επίπεδο.

Οι μεγάλες της αγάπες είναι τα παιδιά, τα  βιβλία, η μουσική, η θάλασσα, τα ζώα, οι ζεστές αγκαλιές, το φεγγάρι και ο Βόλος.

Πιστεύει πως η τέχνη, όταν προσεγγίζεται βιωματικά, αποκαλύπτει αλήθεια και μπορεί μ’ ένα μαγικό τρόπο να λυτρώνει και να αγγίζει.
…
Με αγάπη από τη Φλώρινα,
Γιώτα Κοτσαύτη.
…
Η σελίδα της στήλης «Ένα κείμενο, μία εικόνα» στο facebook:




Κυριακή 16 Αυγούστου 2015

Η μάνα των παραμυθιών



Μια φορά κι έναν καιρό λένε πως ζούσε σ’ έναν τόπο ένα ζευγάρι που δεν ήταν σαν τα άλλα. Ζούσαν αυτοί μονάχοι μέσα στο ξέφωτο ενός δάσους μακριά από τους ανθρώπους κι είχανε παρέα για γειτόνους τους τ’ αγρίμια. Έβλεπαν από το παραθύρι της καλύβας τους να περνάνε οι μέρες, οι βδομάδες και οι μήνες. Την άνοιξη έρχονταν τα πουλιά κι έφτιαχναν τις φωλιές τους. Το δάσος γινόταν καταπράσινο και παντού τριγύρω αντίκριζες λουλούδια μ’ όλων των λογιών τα χρώματα και αγριοβότανα που σκορπούσαν αυτά όλων των λογιών τις μυρωδιές.  Τα ζώα άρχιζαν να βγαίνουν από τις φωλιές τους κι η πλάση ξυπνούσε από τον ύπνο του χειμώνα. Κι ύστερα, νά σου το καλοκαίρι. Τα δέντρα έβγαζαν καρπούς και τα χορτάρια έπαιρναν να χρυσίζουν στο φως του ήλιου. Και μετά ερχόταν το φθινόπωρο. Τα πουλιά ετοιμάζονταν να πετάξουν σε τόπους πιο ζεστούς, τα δέντρα έριχναν τα φύλλα τους κόκκινα και πορτοκαλιά, κι όλο το δάσος στρωνόταν μ’ ένα κίτρινο χαλί. Μετά ήταν η σειρά του χειμώνα. Έφερνε τις βροχές και τα κρύα και το χώμα σκεπαζόταν από τα χιόνια. Μονάχα τα χνάρια από καμιά αλεπού φαίνονταν δω και κει ανάμεσα στα δέντρα.

Η γυναίκα, λένε, είχε μια μεγάλη στεναχώρια. Απόμενε μονάχη κάθε μέρα, γιατί  ο άντρας της έφευγε νωρίς νωρίς για τη δουλειά του. Μα δεν ήταν ούτε η μοναξιά ούτε πως κάθε μέρα που περνούσε  έκανε τα ίδια και τα ίδια. Ο άντρας της κάθε απόγευμα που γύρναγε από το δάσος –κι ήτανε ξυλοκόπος η δουλειά του- είχε την κακιά συνήθεια να τη χτυπάει με μια μαγκούρα. Καθόταν αυτή να τον παραφυλάει από το παράθυρο να φανεί να έρχεται μέσα από το μονοπάτι. «Νταπ-ντουπ, νταπ-ντουπ» ακουγόταν η πατημασιά του στο χώμα. Έφτανε αυτός, χειρότερος από τα αγρίμια, με την καρδιά του πιο σκληρή κι από τα γένια του, με τα γένια του πιο σκληρά από την καρδιά του, έξω από την πόρτα της καλύβας του, έριχνε μια κλωτσιά «γκαπ», άνοιγε την πόρτα, άφηνε το τσεκούρι του πίσω από αυτήν, κρεμούσε το πανωφόρι του στο καρφί, κι ύστερα…. Κι ύστερα έπαιρνε μια μαγκούρα κι άρχιζε να χτυπάει τη γυναίκα του, να τη χτυπάει, να τη χτυπάει. Μέχρι που χόρταινε και της φώναζε: «Βάλε μου τώρα να φάω, γυναίκα!». Λένε πως ίσως να ήταν ο μόνος τρόπος που ήξερε να λέει «σ΄ αγαπώ». Κι αυτή δεν μιλούσε παρά μονάχα απόμενε να κάνει κουράγιο.

Και σαν ερχόταν το άλλο πρωί, αυτός κινούσε να πάει ξανά στο δάσος να κόψει ξύλα, γιατί ήταν ξυλοκόπος η δουλειά του, κι η γυναίκα τον έβλεπε από το παράθυρο να ξεμακραίνει. Πέρναγαν οι ώρες, κι ερχόταν το απόγευμα, κι η γυναίκα ξανά καθόταν και τον περίμενε στο παράθυρο να φανεί στο μονοπάτι. Τον έβλεπε με το τσεκούρι του στον ώμο και «Νταπ-ντουπ, νταπ-ντουπ» ακουγόταν η πατημασιά του στο χώμα. Έφτανε να, αυτός πάλι, με την καρδιά του πιο σκληρή από τα γένια του, με τα γένια του πιο σκληρά από την καρδιά του, έξω από την πόρτα της καλύβας του. Έριχνε μια κλωτσιά «γκαπ», άνοιγε την πόρτα, άφηνε το τσεκούρι του πίσω από αυτήν, έβγαζε το πανωφόρι του και το κρεμούσε στο καρφί, κι ύστερα όπως το χε κακό συνήθειο, έπαιρνε μια μαγκούρα κι άρχιζε να χτυπάει τη γυναίκα του, να τη χτυπάει, να τη χτυπάει. Και σαν χόρταινε, της φώναζε: «Βάλε μου τώρα φαί, γυναίκα, και γρήγορα!».

Κανένας δεν ξέρει πόσος καιρός πέρασε, γιατί είναι παραμύθι, μα ήρθε, λένε, ένα πρωί κι ήταν καλοκαίρι. Η γυναίκα είδε εκείνο το θεριό τον άντρα της τον ξυλοκόπο να ξεμακραίνει στο μονοπάτι και να χάνεται ανάμεσα στα δέντρα του ξέφωτου με το τσεκούρι του ριγμένο στον ώμο. Την ώρα που τον κοίταζε λένε πως ένιωσε κάτι να κουνιέται μέσα της. Ακούμπησε τα χέρια της πάνω στην κοιλιά της. Κατάλαβε πως ήταν ένα παιδί που σάλευε μέσα στα σπλάχνα της.  Ήταν η πρώτη φορά που η γυναίκα χαμογέλασε. Κι είχε περάσει πολύς καιρός από τότε που χαμογέλασε για τελευταία φορά. Κι άρχισε να τραγουδάει και να χορεύει γύρω από το τραπέζι, κι άρχισε να ονειρεύεται. Μα ξαφνικά το χαμόγελό της πάγωσε στα χείλη της, η καρδιά της σφίχτηκε και η χαρά χάθηκε. Γιατί στο νου της ήρθε εκείνο το θεριό, ο άντρας της, ο ξυλοκόπος, που θα φαινόταν το απόγευμα, όπως κάθε φορά με το τσεκούρι στον ώμο του, που θα έδινε μια στην πόρτα, θα κρέμαγε το πανωφόρι του στο καρφί, θα άρπαζε τη μαγκούρα και  θα την έδερνε μέχρι να χορτάσει. Και το παιδί της; Θα έκανε κακό στο παιδί, στο δικό της παιδί, αυτό που της έφερε τη χαρά! Και βάλθηκε τώρα αυτή να σκαρφίζεται τρόπους να γλιτώσει το παιδί της από το θεριό, που δεν θα αργούσε να ακουστούν οι πατημασιές τους στο μονοπάτι «Νταπ-ντουπ, νταπ-ντουπ, νταπ-ντουπ».

Στάθηκε και παραφύλαξε δίπλα στο παράθυρό της κι η ώρα πέρασε, το απόγευμα έφτασε κι οι πατημασιές ακούστηκαν ξανά στο μονοπάτι. Τον είδε να έρχεται με τα μούτρα του σκοτεινιασμένα, τα γένια του πιο σκληρά από την καρδιά του, την καρδιά του πιο σκληρή από τα γένια του, το τσεκούρι του στον ώμο. Σίμωσε αυτός στην πόρτα, έδωσε μια κλωτσιά «γκαπ», μπήκε μέσα, έβγαλε το πανωφόρι του, το κρέμασε στο καρφί, άρπαξε τη μαγκούρα και  τη σήκωσε να χτυπήσει τη γυναίκα του, κι εκείνη, την ώρα που είδε τη μαγκούρα να τρέμει πάνω από το κεφάλι της, φώναξε: «Μη! Μη με χτυπάς, άντρα μου! Άκου μια ιστορία που έφτιαξα σήμερα για σένα!». Και ξεκίνησε να του λέει μια ιστορία. Κι άνοιξε το στόμα της και κύλησαν οι λέξεις σαν νερό, κι οι λέξεις έγιναν εικόνες κι οι εικόνες μάγεψαν το μυαλό κείνου του θεριού. Κι έλεγε κι έλεγε κι έλεγε η γυναίκα ιστορίες χωρίς σταματημό και το θεριό γούρλωνε τα μάτια κι άφηνε το στόμα του ανοιχτό να χάσκει κι απόμενε με τη μαγκούρα σηκωμένη ψηλά, ασάλευτη πάνω από το κεφάλι της γυναίκας. Κι η γυναίκα έλεγε όλη τη νύχτα ιστορίες και σαν έφεγγε το πρώτο φως της νέας μέρας έπεφτε σε σιωπή. Το θεριό, ο ξυλοκόπος κατέβαζε τότε τη μαγκούρα του, πήγαινε στο καρφί, έπαιρνε το πανωφόρι του, το φορούσε, έβαζε το τσεκούρι του στον ώμο, έκλεινε την πόρτα με δύναμη πίσω του κι έβγαινε στο μονοπάτι να πάει να κόψει ξύλα μέσα στο δάσος.

Και την άλλη μέρα το απόγευμα ξανά τα ίδια. Στεκόταν μπροστά στη γυναίκα του με τη μαγκούρα σηκωμένη έτοιμος να τη χτυπήσει, κι εκείνη φώναξε ξανά: «Στάσου, άντρα μου,  ν’ ακούσεις, γιατί σήμερα με χτυπάς!». Κι άρχιζε ξανά μια καινούρια ιστορία, και το θεριό απόμενε με το μυαλό του μαγεμένο, τα μάτια ορθάνοιχτα, το στόμα να χάσκει, και πάλι αυτός να κρέμεται από το στόμα της γυναίκας και να ονειρεύεται τις ιστορίες που άκουγε, και η μαγκούρα έμενε ακίνητη στον αέρα μες στο τρεμάμενο χέρι του. Κι η γυναίκα έλεγε κι έλεγε όλη τη νύχτα χωρίς σταματημό, μέχρι που φάνηκε το πρώτο φως της καινούριας αυγής. Τότε έπεφτε στη σιωπή. Κι αυτό συνεχίστηκε για εννιά ολάκερους μήνες.

Ύστερα από εννιά μήνες γεννήθηκε ένα μωρό, που έφερε την αγάπη σε κείνο το ζευγάρι, και οι ιστορίες που έλεγε η γυναίκα που το κουβαλούσε σκορπίστηκαν σε ανατολή και  δύση, σε βορρά και νότο κι απλώθηκαν παντού.

Ευλογημένη να είσαι, μάνα των παραμυθιών, γιατί αν δεν ήσουν εσύ κι οι ιστορίες σου, μπορεί σ’ αυτόν εδώ τον κόσμο, το λόγο να είχαν μονάχα οι μαγκούρες…

(Παραμύθι από τη Γαλλία)

ΔΗΜΗΤΡΗΣ Β. ΠΡΟΥΣΑΛΗΣ, Παραμύθια των παραμυθάδων, Εκδόσεις Απόπειρα.
…

Κάθε βδομάδα η νηπιαγωγός-συγγραφέας παιδικών βιβλίων Γιώτα Κοτσαύτη επιλέγει ένα κείμενο παιδικής λογοτεχνίας (παραμύθι ή ποίημα), διήγημα ή αποσπάσματα από βιβλία αγαπημένων λογοτεχνών.

Από τον Δεκέμβριο του 2014 φιλοξενούνται στη στήλη και ανέκδοτα κείμενα νέων δημιουργών.

Ένας εικονογράφος ή ζωγράφος καλείται να κάνει μία εικόνα με βάση το κείμενο που θα αναλάβει.

Περιμένουμε τις εικόνες, τις προτάσεις, αλλά και τις ιστορίες σας στην ηλεκτρονική διεύθυνση yotakotsafti1@yahoo.gr
…
Τη σημερινή εικόνα έκανε η Μαρία Αρχιμανδρίτη.



Η Μαρία γεννήθηκε στα Ιωάννινα το 1977. Σπούδασε μουσική και δημοσιογραφία και το διάστημα 2002-2007 φοίτησε στη Σχολή Καλών Τεχνών του Αριστοτέλειου Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης με καθηγητές τους Μ. Θεοφυλακτόπουλο και Κ. Κατζουράκη. Ζει και εργάζεται στο Ηράκλειο Κρήτης.

Ομαδικές Εκθέσεις 
Θεσσαλονίκη Μάιος 2005: Στα πλαίσια της φοιτητικής εβδομάδας, στο εκθεσιακό χώρο του τμήματος Αρχιτεκτονικής Πολυτεχνικής Σχολής του Α.Π.Θ.
Ιούνιος 2005: Έκθεση νέων καλλιτεχνών με αφορμή τα 20 χρόνια της Σχολής Καλών Τεχνών του Α.Π.Θ. στο κτίριο της Πρυτανείας.
Μάιος 2006: Στα πλαίσια του φεστιβάλ κινηματογράφου Θεσσαλονίκης στην αίθουσα Παύλος Ζάννας του Ολύμπιον, με αφορμή το αφιέρωμα <<Σεξ, προβλήματα και σινεμά VI>>.
Μάιος 2006: Ομαδική έκθεση νέων καλλιτεχνών στο βιβλιοπωλείο-πολυχώρος Μαλλιάρης Παιδεία. Ιούνιος 2007: Πεδίο Δράσης Κόδρα. Θάσος           
Ιούλιος 2007: Στις αποθήκες Μεταλλείων στα Λιμενάρια της Θάσου.
Ναύπλιο Αύγουστος – Σεπτέμβριος 2007: Στην δημοτική πινακοθήκη (πρώτη Βουλή των Ελλήνων), στην Αίθουσα Τέχνης Μαρία Γκούμα και στο Ναύδετο.
Λαμία Belle Arte Lamia 2006: Στην καλλιτεχνικά συνάντηση μοντέρνας Τέχνης.
Κρήτη
Βασιλική του Αγίου Μάρκου Απρίλιος 2009
Αθήνα 2010: Αφιέρωμα στον κινηματογράφο (Γκαλερί Athens Art Space Mary Alexiou) Ατομικές Εκθέσεις Αθήνα Δεκέμβριος 2008:Αίθουσα Τέχνης ΑΕΝΑΟΝ. Αθήνα
Φεβρουάριος 2011: Εκκωφαντικά Σιωπηλοί! (Γκαλερί Athens Art Space Mary Alexiou) Αύγουστος 2011:Γυναίκα (Αίθουσα δημοτικού συμβουλίου Παξών)
Παξοί Αθήνα Δεκέμβριος 2013:Στούντιο''Μουσική και Μουσικοί''. 

Εργάζεται ως εκπαιδευτικός στην πρωτοβάθμια εκπαίδευση. 

Τηλ:6985591196 


Η σελίδα της Μαρίας στο facebook:

…
Με αγάπη από τη Φλώρινα,
Γιώτα Κοτσαύτη.
…

Η σελίδα «Ένα κείμενο, μία εικόνα» στο facebook:



Τρίτη 7 Απριλίου 2015

Η πιο ξεχωριστή ιστορία



Μια φορά κι έναν καιρό ζούσε σ’ έναν τόπο μια γριά χήρα. Ο θάνατος της πήρε τον άντρα της στα πρώτα χρόνια του γάμου τους, μα πρόλαβε να γεννήσει τρεις φορές. Κι απόμεινε τώρα στα στερνά με τρεις γιούς, τρία παλικάρια, κι ολάκερη της η ζωή είχε περάσει μέσα σε κουβέντες και σε ορμήνιες, να μάθει στα παιδιά της να συμπονάνε τους φτωχούς και να βοηθάνε τους ανήμπορους και τους καταφρονεμένους.

Ο καιρός περνούσε και ήρθε η ώρα που ο χρόνος έγραψε τις τελευταίες μέρες πάνω στο κορμί της, και η γριά μάνα κατάλαβε πως ήτανε η ώρα της να φύγει από τη ζωή και πως δεν θα μπορούσε άλλο να σταθεί στο πλάι των παιδιών της. Φωνάζει τότε τους γιούς της δίπλα στο προσκέφαλό της και τους λέει:  «Παιδιά μου, δεν είμαι καλά. Θαρρώ πως σώθηκαν τα ψωμιά μου. Το μόνο πράγμα που έχω να σας αφήσω για να με θυμάστε είναι το δαχτυλίδι που φορώ. Έχει πάνω του ένα πετράδι ακριβό. Μου το άφησε η μάνα μου -η γιαγιά σας που σας νανούριζε με ιστορίες- που το πήρε κι αυτή απ’ τη δική της τη μάνα, που κι εκείνης της το ‘χε δώσει η μάνα η δική της πριν από πολλά χρόνια. Δεν μπορεί να μοιραστεί στα τρία, μα είναι και ντροπή μεγάλη να πουληθεί, γιατί μια μέρα θα το δώσει ένας από σας στη δική του θυγατέρα, σαν έρθει η ώρα που πρέπει. Τώρα όμως είμαι μπροστά σ’ ένα πρόβλημα μεγάλο.  Πρέπει να πάρω απόφαση ποιος από σας είναι ο πιο άξιος να πάρει κληρονομιά τούτο το δαχτυλίδι που φορώ, κι η αγάπη που σας έχω δε μ’ αφήνει να ξεχωρίσω κανέναν απ’ τους τρεις σας. Πηγαίνετε, παιδιά μου, και κάντε το καλό στον κόσμο. Γυρίστε μετά ξανά σε μένα σαν περάσει μιας βδομάδας καιρός, και πείτε μου τις ιστορίες σας. Αυτές θα μιλήσουνε για σας, κι εκείνος που θα ‘χει κάνει το πιο ξεχωριστό κατόρθωμα θα πάρει για κληρονομιά το δαχτυλίδι με το πετράδι που φοράω στο χέρι μου».

Οι τρεις γιοι χαιρέτισαν τη μάνα τους και την άφησαν. Πήγαν και κανόνισαν τις δουλειές τους κι ύστερα αντάμωσαν και βγήκαν στη δημοσιά και περπάτησαν μέχρι που βρήκαν το τρίστρατο. Εκεί πήραν την απόφαση να χωρίσουν τους δρόμους τους κι ο καθένας διάλεξε ένα δρόμο αλλιώτικο από τους άλλους. Πριν χωρίσουν, έδωσαν υπόσχεση αναμεταξύ τους σαν περάσει μιας βδομάδας καιρός να συναντηθούν ξανά στο τρίστρατο πάλι, και να πάρουν το δρόμο του γυρισμού για να πουν τα νέα στη μάνα τους. Το ‘χαν έγνοια να την προλάβουν ζωντανή.

Έτσι κι έγινε. Πάνω στις εφτά μέρες φάνηκαν κι οι τρεις τους να έρχονται από το δρόμο που είχε πάρει ο καθένας τους. Αντάμωσαν στη ρίζα του τρίστρατου και περπάτησαν μαζί στη δημοσιά που πήγαινε στον τόπο τους. Στο δρόμο δεν μίλαγε κανένας τους, παρά μόνο τραβούσαν σκεφτικοί. Ήθελαν να αντικρίσουνε τη μάνα τους. Τη βρήκαν στα τελευταία της. Μόλις που μπόρεσε να γυρίσει τα μάτια της για να τους δει. Σίμωσαν και οι τρεις κοντά στο κρεβάτι της. Τότε, βγήκε μπροστά ο μεγάλος της γιος, κι εκείνη του είπε με φωνή που έτρεμε:

«Πες μου, γιε μου, την ιστορία σου…»

Ο μεγάλος μίλησε και είπε:

«Μάνα, αφού το σκέφτηκα καλά, τη μέρα που μας μίλησες, πήρα με προσοχή τα μισά από το βιός μου, και τα πούλησα, και τα λεφτά που μάζεψα τα μοίρασα στους φτωχούς στον τόπο που περπάτησα».

«Γιε μου» είπε η γυναίκα «κανένας δεν μπορεί να πει πως δεν έκανες καλά. Μα θαρρώ πως δεν έκανες δα κάτι ξεχωριστό. Εγώ δε σας μάθαινα τόσα χρόνια πως είναι δουλειά πρώτη και καλύτερη του καθενός και υποχρέωση μεγάλη να βοηθάνε τους ανήμπορους και τους φτωχούς;»

Τότε ήρθε κοντά στο προσκέφαλο της μάνας ο δεύτερος γιος και της κράτησε το χέρι. Η γριά μάνα του τον κοίταξε κατάματα και του είπε με λόγια που έτρεμαν:

«Πες μου, παιδί μου, τη δική σου ιστορία…»

Εκείνος αποκρίθηκε:

«Μάνα, σαν χωρίσαμε στο τρίστρατο με τ’ αδέρφια μου, ο καθένα τράβηξε το δρόμο του. Εγώ περπάτησα μακριά κι έφτασα σ’ ένα γεφύρι. Την ώρα που το διάβαινα, τα μάτια μου αντίκρισαν ένα μικρό κοριτσάκι που το παράσερνε το ρεύμα του ποταμού. Ξέρεις πως κολυμπώ με δυσκολία, αλλά δίχως να το σκεφτώ έπεσα μέσα στο ποτάμι κι έφτασα κοντά στο κοριτσάκι. Το τράβηξα απ’ τα ρούχα και το έβγαλα στην όχθη. Το έσωσα από πνιγμό, και μόνο ένας Θεός ξέρει πώς δεν πνιγήκαμε και οι δυο μαζί σ’ εκείνα τα αγριεμένα νερά…»

Η μάνα, που τον άκουγε όση ώρα μιλούσε με προσοχή, του αποκρίθηκε:

«Γιε μου, έκανες στ’ αλήθεια το καλό κι έσωσες τη ζωή του κοριτσιού. Όμως το κατόρθωμά σου δεν ήτανε ξεχωριστό. Εγώ δε σας μάθαινα τόσα χρόνια πως ο καθένας πρέπει να είναι έτοιμος να δώσει και τη ζωή του για να σωθεί ένα ανήμπορο παιδί;»

Τότε, η μάνα έγνεψε στον τρίτο, το μικρότερο τον γιο της, κι εκείνος πήγε κοντά της. Στάθηκε δίπλα της και η μάνα του ψιθύρισε:

«Παιδί μου, θέλω ν’ ακούσω και τη δική σου ιστορία…»

Ο μικρός γιος κρατήθηκε κι απόμεινε στη σιωπή. Ύστερα άρχισε να μιλάει και να λέει:

«Μάνα, δεν έχω να σου πω καμιά ιστορία. Ξέρεις πως δεν έχω υπάρχοντα του λόγου μου, όπως έχει ο μεγάλος μου αδερφός, για να μοιράσω στους φτωχούς. Δεν ξέρω ούτε να κολυμπάω μέσα στο νερό. Μα θα σου ιστορήσω αυτό που μου συνέβηκε τούτη τη βδομάδα.

Σαν άφησα πίσω μου το τρίστρατο και τ’ αδέρφια μου, πήρα το δρόμο που πήγαινε κατά τα βουνά. Και περπατούσα και πήγαινα, και περπατούσα και πήγαινα, κι όλο ξεμάκραινα κι ανέβαινα ψηλά. Σε μια στροφή του δρόμου συναντώ στο διάβα μου έναν άνθρωπο που κοιμότανε στην άκρη του γκρεμού. Μεμιάς κατάλαβα πως αν σάλευε την ώρα που κοιμόταν θα έπεφτε στα βράχια από κάτω και θα σκοτωνόταν. Τότε γλιστρώ στα κλεφτά, πάνω στο χώμα, όσο πιο ήσυχα μπορούσα για να μην τον ξυπνήσω.  Σιμώνω κοντά του, και τι να δω; Ήταν ο γείτονάς μου, ο χειρότερος εχθρός μου! Στην αρχή πέρασε απ’ το μυαλό μου να τον αφήσω εκεί. Γιατί, στ’ αλήθεια, δεν ήταν πολύς καιρός πριν που με φοβέρισε του λόγου του να με σκοτώσει για το σύνορο ανάμεσα στα χωράφια μας. Μέσα μου όμως ήξερα ποιο είναι το χρέος μου. Την ώρα που έβαλα τα χέρια μου γύρω του και τον αγκάλιασα, ο γείτονας ξύπνησε. Τότε, είδα το φόβο να φωλιάζει στα μάτια του σαν αντίκρισε ποιος ήμουνα. «Μη φοβάσαι» του είπα και τον τράβηξα μακριά απ’ τον γκρεμό. Μετά τον βοήθησα να σταθεί στα πόδια του. Ήρθε τότε κοντά μου. Στην αρχή θαρρούσα πως είχε κατά νου να με χτυπήσει και να με σκοτώσει και πως θα ξεστόμιζε κουβέντες. Όμως αντί γι’ αυτό, απλώνει τα χέρια του και μ’ αγκαλιάζει. Τότε μου είπε πως την προηγούμενη βραδιά έπεσε το σκοτάδι και δεν μπορούσε να γυρίσει στο χωριό. Πήρε την απόφαση να σταθεί εκεί που βρισκόταν και βρέθηκε για κακή του τύχη ένα βήμα απ’ τον γκρεμό. Με ευχαρίστησε με δάκρυα που του έσωσα τη ζωή. Για να μη σ’ τα πολυλογώ, πάψαμε να είμαστε εχθροί και δώσαμε όρκο μεταξύ μας για παντοτινή φιλία»

Την ώρα που τέλειωσε τα λόγια τούτα, η μάνα του είπε με τρεμάμενη φωνή:

«Γιε μου, καλά σε δασκάλεψα τόσα χρόνια! Αυτό που έκανες ήταν στ’ αληθινά ξεχωριστό, γιατί κινδύνεψες τη ζωή σου για να σώσεις έναν άνθρωπο που είχε ορκιστεί το χαμό σου. Με το κατόρθωμά σου άλλαξες την οργή σε αγάπη και σκόρπισες το καλό στον κόσμο».

Ύστερα, γύρισε και κοίταξε τους άλλους δυο και είπε:

«Το δαχτυλίδι μου θα το πάρει ο μικρός, αυτή είν’ η απόφασή μου η στερνή. Κι εσείς που κάματε το καλό θα το βρείτε μπροστά σας».

Ύστερα έκλεισε για πάντα τα μάτια της, και τα παιδιά της κατάλαβαν…

Σαν πέρασαν τα χρόνια, τα τρία αδέρφια παντρεύτηκαν κι απόκτησαν κι αυτά παιδιά. Τα δασκάλεψαν με τη σειρά τους, όπως είχαν μάθει από τη μάνα τους, να συμπονάνε τους φτωχούς και να βοηθάνε τους ανήμπορους ανθρώπους. Όταν ήρθε η ώρα, ο μικρός αδερφός άφησε το δαχτυλίδι της μάνας του κληρονομιά σε μια από τις δικές του θυγατέρες. Τα δυο μεγαλύτερα αδέρφια άφησαν κληρονομιά ακόμα πιο πολύτιμη στα δικά τους παιδιά τη μνήμη της γιαγιάς τους. Να θυμούνται και να λένε την ιστορία της πιο ξεχωριστής ιστορίας…

(Ιστορία από το Μεξικό)

ΔΗΜΗΤΡΗΣ Β. ΠΡΟΥΣΑΛΗΣ, Παραμύθια των παραμυθάδων, εκδόσεις Απόπειρα
…


Κάθε βδομάδα η Γιώτα Κοτσαύτη επιλέγει ένα κείμενο παιδικής λογοτεχνίας (παραμύθι ή ποίημα), διήγημα ή αποσπάσματα από βιβλία αγαπημένων λογοτεχνών.

Από τον Δεκέμβριο του 2014 φιλοξενούνται στη στήλη και ανέκδοτα κείμενα νέων δημιουργών.

Ένας εικονογράφος ή ζωγράφος καλείται να κάνει μία εικόνα με βάση το κείμενο που θα αναλάβει.

Περιμένουμε τις εικόνες, τις προτάσεις, αλλά και τις ιστορίες σας στην ηλεκτρονική διεύθυνση yotakotsafti1@yahoo.gr
…
Τη σημερινή εικόνα έκανε η Ιωάννα Σταθοπούλου.


Η Ιωάννα Σταθοπούλου πρωτοασχολήθηκε με τη ζωγραφική στην τρυφερή ηλικία των 4 ετών, με δασκάλα την εικαστικό Κίττυ Σταγκοπούλου, παίρνοντας μέρος σε αρκετούς διαγωνισμούς ζωγραφικής. 

Στα 14 της μια αναπάντεχη πρόταση για συνεργασία από μεγάλο γερμανικό σχεδιαστικό όμιλο μένει ανεκπλήρωτη λόγω του νεαρού της ηλικίας.

Στα τέλη της δεκαετίας του ‘90 η συνωνυμία της με τον γνωστό σύγχρονο ζωγράφο Γεώργιο Σταθόπουλο της χαρίζει μια θέση εργασίας στην γκαλερί του Χρήστου Ζέρβα. 

Το 2006 τελειώνει τις σπουδές της στο τμήμα Διοίκησης και Οικονομίας του Ανώτατου Τεχνολογικού Εκπαιδευτικού Ιδρύματος Πάτρας και ξεκινά την επαγγελματική της πορεία σε ποικίλους τομείς δράσης, χωρίς να ξεχνά τη μεγάλη της αγάπη.

Η εμπειρία της στο ευρύ δημιουργικό χώρο περιλαμβάνει μεταξύ άλλων εικονογράφηση παιδικών βιβλίων, σχεδιασμό ρούχων και decents, κατασκευή κοσμημάτων και δημιουργία καλλιτεχνικών κατασκευών.

Αυτό το διάστημα ετοιμάζει την πρώτη της έκθεση ζωγραφικής με τίτλο "The Lost Dreaming Pleasure" η οποία θα εκτεθεί προς τις αρχές του καλοκαιριού στο νησί της Κεφαλλονιάς.
…
Με αγάπη από τη Φλώρινα,
Γιώτα Κοτσαύτη.
…

Η σελίδα της στήλης «Ένα κείμενο, μία εικόνα» στο facebook: