Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Δημήτρης Ψαθάς. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Δημήτρης Ψαθάς. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Τρίτη 17 Φεβρουαρίου 2015

Η μεγάλη τσάντα



Σπίθες πετούν τα μάτια της. Και καθώς στρέφει και κοιτά τον «κύριο», αναταράζεται ολόκληρη. Κρατά μια τσάντα που την κουνά με τρόπο τόσο απειλητικό, ώστε νομίζεις πως θα του την φέρει στο κεφάλι.

-Τι συνέβη;

Πεισματώνει:

-Ούτε και γνωρίζω!

-Σου ‘δωσε ο κύριος χαστούκι;

Φρενιάζει.

-Εντελώς ξαφνικά.

-Γιατί;

Τρέμει ολόκληρη:

-Ούτε και γνωρίζω.

-Είχατε προηγούμενα;

Παίρνει φόρα:

-Προηγούμενα; Εγώ μ’ αυτόν; Αστείο πράγμα. Ούτε τον ξέρω, ούτε με ξέρει. Ούτε του μίλησα, ούτε μου μίλησε. Ούτε τον κοίταξα, ούτε με κοίταξε. Αντιλαμβάνεσθε πως συνέβησαν τα πράγματα. Επήγαινα στην κουνιάδα μου στου Βεΐκου, κ. Πρόεδρε. Εγώ κατοικώ Κολιάτσου. Καθόμουν, λοιπόν, στο τραμ, κι απέναντι μου φάτσα με φάτσα καθόταν αυτός ο παλαβός.

Τρίζει τα δόντια του «αυτός»:

-Εγώ παλαβός! Με λέει παλαβό!

-Σιωπή εσύ.

-Βρίζει, κ. Δικαστά, ακούτε;

-Είπα σιωπή!

Τρέμει ολόκληρος:

-Με συγχωρείτε. Είμαι λιγάκι νευρικός.

Γυρίζει ο πταισματοδίκης στην κυρία:

-Ορίστε λέγε εσύ.

Φυσά και ξεφυσά:

-Λοιπόν ήλθε ο εισπράκτωρ, μου ζήτησε το εισιτήριο μου, έβγαλα τα λεπτά, του τα έδωκα. Eκοψε απ’ το μπλόκ το εισιτήριο, μου το έδωκε. Αντιλαμβάνεσθε, κ. Πρόεδρε. Ύστερα ήλθε ο επιθεωρητής, μου ζήτησε το εισιτήριο μου, του το έδωκα. Το κοίταξε, το έκοψε λιγουλάκι, μου το έδωκε.

-Λοιπόν;

-Ο κύριος μ’ αγριοκοίταξε

-Γιατί;

-Ούτε και γνωρίζω

Λυσσά ο «κύριος»:

-Να σας πω εγώ, κ. Πταισματοδίκα.

-Εσύ να πάψεις!

-Λέει, δε γνωρίζει γιατί την αγριοκοίταζα. Και μ’ εκνευρίζει.

-Πάψε, σου είπα!

-Με συγχωρείτε, κ. Δικαστά. Είμαι λιγάκι νευρικός...

Ανάβει και κορώνει, ο πταισματοδίκης:

-Αν είσαι λιγάκι νευρικός, σε στέλνω μέσα και σου περνούν τα νεύρα σου. Σου το λέω για τελευταία φορά, να μην παρεμβαίνεις. Ακούς;

-Μάλιστα, κ. Πρόεδρε.

-Θέλεις να πας μέσα;

-Όχι, κ. Πρόεδρε.

Αγαθός φαίνεται. Στρογγυλοπρόσωπος. Και υποφέρει. Στέκεται εκεί, λίγο παραπέρα, δαγκώνει τα χείλη, τρώει τα μουστάκια, βγάζει μαντίλι, σκουπίζει τον ιδρώτα, στρίβει το μαντίλι, το ανοίγει, το τραβά, το ξαναστρίβει. Μάλλον κοντός. Μεσόκοπος. «Λιγάκι» νευρικός. Παίζουν τα μάτια του, παίζουν τα χέρια του, παίζουν οι ώμοι του, παίζουν τα πόδια του. Μόλις σηκώνει την κουδούνα ο πταισματοδίκης, μαζεύεται. Ύστερα γυρίζει, βλέπει την κυρία, καρφώνει τα μάτια στο τσαντάκι της και φρίττει. Κάτι συμβαίνει εκεί! Εκεί, στο τσαντάκι, προφανώς, είναι η αιτία του κακού.

-Εξακολούθει, εσύ

Αναστενάζει η κυρία:

-Και ξαφνικά που λέτε, χωρίς κανένα λόγο, χωρίς καμιά, καμιά, καμιά αιτία, μου αστράφτει ο κύριος ένα χαστούκι. Αντιλαμβάνεσθε! Χαστούκι εμένα, που ο ίδιος ο σύζυγος μου, κ. Πρόεδρε, δεν τόλμησε ποτέ να μου απλώσει χέρι. Χέρι; Τι λέω! Μια φορά που τόλμησε να μου πει μισή κουβέντα, έτρεξα στους δικηγόρους να ζητήσω διαζύγιο. Κι ο Γιάννης έπεσε στα πόδια μου. «Φανίτσα και Φανίτσα!» Αντιλαμβάνεσθε. Χαστούκι εμένα! Που μ’ έχει ο σύζυγος μου μη στάξει και μη βρέξει. Ρωτείστε, παρακαλώ, πλατεία Κολιάτσου, Φανή Γελαδινού, του μηχανικού. Απαιτώ να κρεμαστεί εις την Πλατείαν του Συντάγματος! Ούτε πολύ ούτε ολίγον!

-Καλά, καλά.

-Να μάθει τρόπους!

-Πήγαινε!

-Χαστούκι στην Φανή Γελαδινού!

-Στάσου παραπέρα.

-Παρακαλώ, μες στην Πλατεία του Συντάγματος!

Χάνει την υπομονή του ο πταισματοδίκης και χτυπά με μανία την ανάποδη του μολυβιού στην έδρα του. Σωπαίνει, επιτέλους, η κυρία και καλείται ο κύριος, που δαγκώνει τα μουστάκια και στρίβει το μαντίλι, για να κρατήσει την ψυχραιμία και τα νεύρα του.

-Έδωσες, πράγματι, χαστούκι;

-Μάλιστα, κ. Πρόεδρε.

-Την ξέρεις;

-Όχι κ. Πρόεδρε.

-Ώστε ομολογείς;

-Μάλιστα, κ. Πρόεδρε.

-Την έχεις δει άλλη φορά;

-Όχι, κ. Πρόεδρε.

-Τότε λοιπόν;

-Είμαι λιγάκι νευρικός!...

-Ωραία δικαιολογία! Σπουδαία δικαιολογία! Επειδή είναι νευρικός ο κύριος, χαστουκίζει τους ανθρώπους μες στο τραμ! Και μάλιστα κυρίες! Ομολογώ πως είμαι κατάπληκτος!

-Κι εγώ, κ. Πρόεδρε.

-Σιωπή!

-Είμαι συντετριμμένος, κ. Πρόεδρε. Το ομολογώ. Ήταν μια στιγμή παραφοράς. Να σας εξηγήσω, κ. Πρόεδρε. Επιτρέπετε να σας εξηγήσω;

-Λέγε.

Αναπνέει βαθιά:

-Ήμαστε μες στο τραμ. Εδώ εγώ, αυτή εκεί. Καθόταν απέναντι μου, καθόμουν απέναντί της. Ακούστε τώρα! Έρχεται ο εισπράκτωρ, της ζητά το εισιτήριο. Ανοίγει τη μεγάλη τσάντα, βγάζει το μικρό τσαντάκι, κλείνει τη μεγάλη τσάντα, ανοίγει το μικρό τσαντάκι, τα λεφτά, κλείνει το μικρό τσαντάκι, ανοίγει τη μεγάλη τσάντα, βάζει μέσα το μικρό τσαντάκι, κλείνει τη μεγάλη τσάντα, δίνει τα λεφτά της στον εισπράκτορα.

-Λοιπόν;

-Της δίνει ο εισπράκτωρ το εισιτήριο. Ανοίγει τη μεγάλη τσάντα, βγάζει το μικρό τσαντάκι, κλείνει τη μεγάλη τσάντα, ανοίγει το μικρό τσάντακι, βάζει μέσα το εισιτήριο, κλείνει το μικρό τσαντάκι, ανοίγει τη μεγάλη τσάντα, βάζει μέσα το μικρό τσαντάκι, κλείνει τη μεγάλη τσάντα.
-Λοιπόν, λοιπόν;

Αναπνέει βαθιά:

-Της δίνει ο εισπράκτορας τα ρέστα. Τα παίρνει. Ανοίγει τη μεγάλη τσάντα, βγάζει το μικρό τσαντάκι, κλείνει τη μεγάλη τσάντα, ανοίγει το μικρό τσάντακι, βάζει μέσα τα ρέστα, κλείνει το μικρό τσαντάκι, ανοίγει τη μεγάλη τσάντα, βάζει μέσα το μικρό τσαντάκι, κλείνει τη μεγάλη τσάντα.
Στριφογυρίζει στην καρέκλα του ο πρόεδρος.

-Ουφ!

-Είσθε νευρικός, κ. Πρόεδρε;

-Προχώρει.

-Όχι παρακαλώ, είσθε;

-Χωρίς ερωτήσεις.

-Θερμώς παρακαλώ, κ. Πρόεδρε...

 Λέει με συντριβή:
 
-Τότε καταδικάστε με κ. Πρόεδρε. Δεν θα με καταλάβετε ποτέ.

-Αυτό είναι δική μου δουλειά. Λέγε τελείωσες;

Σκουπίζει τον ιδρώτα, στραγγίζει το μαντίλι. Παίζουν τα μάτια του, παίζουν τα χέρια του, αναστενάζει:

-Όχι, δεν ετελείωσα. Ησύχασα που λέτε για μια στιγμή και έλεγα ότι τελείωσε αυτό το βάσανο. Μαύρη ησυχία. Έξαφνα η κυρία ανοίγει τη μεγάλη τσάντα, βγάζει το μικρό τσαντάκι, κλείνει τη μεγάλη τσάντα, ανοίγει το μικρό τσάντακι, βγάζει ένα καθρεφτάκι, κλείνει το μικρό τσαντάκι, ανοίγει τη μεγάλη τσάντα, βάζει μέσα το μικρό τσαντάκι, κλείνει τη μεγάλη τσάντα. Κοιτάζεται λίγο στο καθρεφτάκι. Κι ύστερα ανοίγει τη μεγάλη τσάντα, βγάζει το μικρό τσαντάκι, κλείνει τη μεγάλη τσάντα, ανοίγει το μικρό τσάντακι, βάζει μέσα το καθρεφτάκι, κλείνει το μικρό τσαντάκι, ανοίγει τη μεγάλη τσάντα, βάζει μέσα το μικρό τσαντάκι, κλείνει τη μεγάλη τσάντα.

Θολώνει το μάτι του πταισματοδίκου. Ιδρώτας τρέχει απ’ το μέτωπο του. Αρπάζει την κουδούνα, την αφήνει, στριφογυρίζει, βουτάει τα χαρτιά, θα σκάσει:

-Ούφ!

-Να σταματήσω, κ. Πρόεδρε;

-Φτάσε στο χαστούκι.

-Είναι παρακάτω.

-Λέγε. Μ’ έσκασες!

-Έτσι μ’ έσκασε κι εμένα.

-Τελείωνε.

Παίρνει βαθιάν ανάσα:

-Ησύχασε πάλι για δυο δευτερόλεπτα. Ησυχάζω κι εγώ. Αλλά πάλι, μαύρη ησυχία. Έρχεται ο επιθεωρητής, της ζητά το εισιτήριο, ανοίγει τη μεγάλη τσάντα, βγάζει το μικρό τσαντάκι, κλείνει τη μεγάλη τσάντα, ανοίγει το μικρό τσάντακι, δίνει το εισιτήριο, κλείνει το μικρό τσαντάκι, ανοίγει τη μεγάλη τσάντα, βάζει μέσα το μικρό τσαντάκι, κλείνει τη μεγάλη τσάντα. Της επιστρέφει ο επιθεωρητής το εισιτήριο. Ανοίγει τη μεγάλη τσάντα, βγάζει το μικρό τσαντάκι, κλείνει τη μεγάλη τσάντα, ανοίγει το μικρό τσαντάκι...

-Αναπηδά ο πρόεδρος:

-Φτάνει!

-Βάζει μέσα το εισιτήριο...

-Σώνει!

-Κλείνει το μικρό τσαντάκι...

-Αρκετά!

-Ανοίγει τη μεγάλη τσάντα...

Γουρλώνει τα μάτια του:

-Πάψε, σου είπα!

-Βάζει μέσα το μικρό τσαντάκι...

Έξαλλος τινάζεται επάνω:

-Αθώος! Αθώος! Καλά της έκανες!

ΔΗΜΗΤΡΗΣ ΨΑΘΑΣ, Η Θέμις έχει νεύρα, εκδ. Μαρής, Αθήναι.
…

Η Γιώτα Κοτσαύτη επιλέγει ένα κείμενο παιδικής λογοτεχνίας (παραμύθι ή ποίημα), διήγημα ή αποσπάσματα από βιβλία αγαπημένων λογοτεχνών.

Από τον Δεκέμβριο του 2014 φιλοξενούνται στη στήλη και ανέκδοτα κείμενα νέων δημιουργών.

Ένας εικονογράφος ή ζωγράφος καλείται να κάνει μία εικόνα με βάση το κείμενο που θα αναλάβει.

Περιμένουμε τις εικόνες, τις προτάσεις, αλλά και τις ιστορίες σας στην ηλεκτρονική διεύθυνση yotakotsafti1@yahoo.gr
…
Τη σημερινή εικόνα έκανε ο Orestix (Ερμείδης Ορέστης).



Ο Orestix (γνωστός και ως Ερμείδης Ορέστης) γεννήθηκε προ 29 ετών στην Θεσσαλονίκη. Έπεσε πολύ μικρός μέσα στην μαρμίτα του δρυίδη Γκοσσινίξ, με αποτέλεσμα να μάθει απ’ έξω όλες τις περιπέτειες του Αστερίξ του Γαλάτη, του Λούκυ Λουκ και του μικρού Νικόλα. Αυτό είχε ως συνέπεια να θέλει, ως άλλος Ιζνογκούντ, να γίνει δρυίδης στην θέση του δρυίδη, φτιάχνοντας ευφάνταστες και αστείες ιστορίες κόμικς, να σπουδάσει Γαλλική Φιλολογία και Ιστορία – Αρχαιολογία στο ΑΠΘ και να ζήσει για 9 μήνες στην Γαλλία ως φοιτητής. Από το 2009 συμμετέχει αδιαλείπτως στις εκθέσεις κόμικς της ομάδας ανεξάρτητων δημιουργών “Inkorrekt” στην γενέτειρα του και έχει σχεδιάσει το comic strip «Κουπέ» (2013).

Η σελίδα του Ορέστη στο διαδίκτυο:

…
Με αγάπη από τη Φλώρινα,

Γιώτα Κοτσαύτη.
…

Η σελίδα της στήλης «Ένα κείμενο, μία εικόνα» στο facebook:




Σάββατο 27 Δεκεμβρίου 2014

Το πιο πολύτιμο δώρο

Μια φορά κι έναν καιρό, στα βάθη της Ανατολής ζούσε ένας άνθρωπος ξύπνιος αλλά και τυχερός, που την περνούσε όμως άσχημα -καθότι φουκαράς- και σκεφτόταν τι να κάνει, για να λύσει το πρόβλημά του. Πολύ βασάνισε το μυαλό του, και στο τέλος αποφάσισε ν’ αναφερθεί στον πολυχρονεμένο Πατισάχ, για να ζητήσει την προστασία και βοήθειά του. Κάποιο δώρο όμως έπρεπε να του πάει, κι αυτό, βέβαια, ήταν πρόβλημα μεγάλο. Γιατί τί μπορούσε να προσφέρει  ένας φουκαράς στον πολυχρονεμένο Πατισάχ, που ζούσε μέσα στα μυθικά παλάτια, στα χρυσάφια και στα πλούτη; Τί θα μπορούσε να μην έχει ο παντοδύναμος αφέντης, ώστε να τον εντυπωσιάσει και να τον ευχαριστήσει με το δώρο του; Ρώτησε από δω, ρώτησε από κει, έφαγε τον κόσμο, και στο τέλος βρέθηκε κάποιος που του είπε:

-Ξέρεις τί δεν έχει ο Πατισάχ;

-Τί δεν έχει;

-Κρεμμύδια, άνθρωπέ μου.

-Κρεμμύδια δεν έχει ο πολυχρονεμένος μας αφέντης;

-Ούτε έχει ούτε και τα ξέρει. Γιατί οι παλατιανοί του δεν τα καταδέχονται και δεν τα βάζουν στο παλάτι.

Χωρίς άλλες συζητήσεις, φορτώνει ένα κάρο κρεμμύδια ο ερίφης και τραβά για την Πόλη. Ταξιδεύει μέρες και μέρες, και φτάνει επιτέλους στο παλάτι. Παρουσιάζεται στο Σουλτάνο, κάνει δέκα τεμενάδες, κολλά τη μύτη του στο πάτωμα και λέει:

-Πολυχρονεμένε Πατισάχ και αφέντη της ζωής μου, άστρο του μιλετιού και του βιλαετιού, βαλαά, μπιλαά, σου έφερα ένα δώρο, που ούτε το είδες ποτέ σου ούτε το ξέρεις. Να το μαγειρέψεις και να το φας, βιλαί, μπιλαί, και θα σχωρνάς τα πεθαμένα μου!

Ρουφά το ναργιλέ του ο Πατισάχ, χαϊδεύει τα μακριά του γένια και ρωτά:

-Τί είναι, ορέ; Τί δώρο είναι αυτό; Και πώς το λένε;

-Κρεμμύδια, Πατισάχ!

-Και τί θα πει αυτό;

-Φάε και θα το δεις.

Διατάζει ο Πατισάχ να μαγειρέψουν τα κρεμμύδια, τα τρώει και τρελαίνεται.

-Αμάν, μουγκρίζει. Και μασουλά.

-Βάι, βάι, βάι!... Και καταπίνει.

-Αλλάχ, Αλλάχ, τι γλύκα είναι αυτή!...

Και τρώει αχόρταγα, ευχαριστιέται, χαϊδεύει την κοιλιά του και διατάζει:

-Πάρτε από το κάρο του ανθρώπου όλα τα κρεμμύδια, γεμίστε το με χρυσάφι, για ρεγάλο, κι ας πάει πίσω στο χωριό του, στην ευχή του Αλλάχ.

Φορτωμένος με το χρυσάφι και τρισευτυχισμένος, γυρίζει στο χωριό του ο τυχερός και χοροπηδά απ’  τη χαρά του. Τον βλέπει ο αδερφός του -ο άτυχος- αναστατώνεται κι αρχίζει ν’ αναρωτιέται μήπως ο πολυχρονεμένος Πατισάχ, που δεν ήξερε τα κρεμμύδια, δεν ξέρει και τα…σκόρδα. Χωρίς πολλές κουβέντες -για να μη χάνει πολύτιμο καιρό- φορτώνει στα κρυφά ένα κάρο σκόρδα, φτάνει στην Πόλη, παρουσιάζεται στον πολυχρονεμένο Πατισάχ, κάνει είκοσι τεμενάδες, κολλά τη μύτη του στο πάτωμα και λέει για τα σκόρδα του όσα είπε ο αδερφός του για τα κρεμμύδια. Το πολυχρονεμένο άστρο του βιλαετιού -κι αφέντης του μιλετιού- δε δείχνει καθόλου αδιαφορία, παρά δοκιμάζει ένα σκόρδο και τρελαίνεται.

-Αμάν, αμάν! φωνάζει. Τ’ είναι τούτο;!

Τρώει κι άλλο:

-Βάι, βάι, βάι! μουγκρίζει.

Τρώει και τρίτο και τα χάνει απ’  τη νοστιμάδα.

-Μωρέ τούτο εδώ καψουρίζει λιγάκι και φέρνει μεγάλη χαρά στο στόμα και στο στομάχι. Μα το μεγάλο Γιαραμπή, τέτοιο νόστιμο πράμα δεν έφαγα ποτά.

Και ενθουσιασμένος, γυρίζει στους ανθρώπους του:

-Πώς να τον ανταμείψω τούτον τον ευλογημένο; λέει. Τί να του δώσω; Μα τον Αλλάχ, θα του δώσω ό, τι πιο ακριβό έχω μέσα στο παλάτι μου. Πάρτε του γρήγορα όλα τα σκόρδα και φορτώστε στο κάρο του το πιο πολύτιμο πράγμα του παλατιού μου, τα… κρεμμύδια!

ΔΗΜΗΤΡΗΣ ΨΑΘΑΣ

…

Κάθε βδομάδα η Γιώτα Κοτσαύτη επιλέγει ένα κείμενο παιδικής λογοτεχνίας (παραμύθι ή ποίημα), διήγημα ή αποσπάσματα από βιβλία αγαπημένων λογοτεχνών.

Από τον Δεκέμβριο του 2014 φιλοξενούνται στη στήλη και ανέκδοτα κείμενα νέων δημιουργών.

Ένας εικονογράφος ή ζωγράφος καλείται να κάνει μία εικόνα με βάση αυτά.

Περιμένουμε τις εικόνες, τις προτάσεις, αλλά και τις ιστορίες σας στην ηλεκτρονική διεύθυνση yotakotsafti1@yahoo.gr
…
Τη σημερινή εικόνα έκανε η Ειρήνη Φουντουραδάκη.


Γεννήθηκε στη Σύμη της Δωδεκανήσου. Το 2010 ξεκίνησε τις σπουδές της στο Τμήμα Εικαστικών και Εφαρμοσμένων Τεχνών του Πανεπιστημίου Δυτικής Μακεδονίας στη Φλώρινα. Έχει λάβει μέρος σε ομαδικές εκθέσεις: 

2011
 5x12=60 («Gallery 512», Πτολεμαΐδα).

2012
 «Τι είδους τέχνη είμαστε - We ART What?» (Η διεσπαρμένη έκθεση από το Βόρρα έως το Βίτσι).
 Η παρέα της Φλώρινας εκθέτει (Βίλλα Στέλλα, Νέο Ηράκλειο Αττικής),
 Μόνος πατώ (Αρχοντικό Γεωργιάδη, Λέσβος, συμμετοχή με την καλλιτεχνική ομάδα                       «N-omades»)
 Η παρέα της Φλώρινας εκθέτει σε άσπρο-μαύρο (Booze  Cooperative, Αθήνα, στο πλαίσιο της Chessnale Athens 2012).
 Οικογενειακή Υπόθεση ΙΙΙ(Μουσείο Σύγχρονης Τέχνης, Φλώρινα, στο πλαίσιο της έκθεσης του  Γιώργου Τσακίρη).

2013
Rem Brand Name -H Γνησιότητα του καλλιτέχνη- (Αίθουσα τέχνης Τεχνοχώρος,Αθήνα)
Σταθμός ( Βίλα Στέλλα, Νέο Ηράκλειο Αττικής)
Πόλη-Μητρόπολη Μοναχικά Γιορτάζει (Καλλιτεχνικό Σχολείο Ash in Art, Αθήνα).

2014
''..ήταν και δεν ήτανε..'' (εκθεσιακός χώρος της Πινακοθήκης Φλωρινιωτών Ζωγράφων ''Αριστοτέλης'', Φλώρινα)

Συμμετοχή στο workshop D(ay)sign ,σχεδιασμός -επιμέλεια Πάνος Σκλαβενίτης το 2012.
Και συμμετοχή στο workshop σχεδίου με τον Xρήστο Αλαβέρα το 2014.
…


Με αγάπη από τη Φλώρινα,
Γιώτα Κοτσαύτη.
…

Η σελίδα «Ένα κείμενο, μία εικόνα» στο facebook: