Δευτέρα 13 Ιανουαρίου 2020

Κάτω απ’ το χιόνι



Σκέψου τι πράματα γλυκά
κοιμούνται κάτωθε απ’ το χιόνι.
Κοιμάται ο σπόρος, μυστικά,
καθώς το φύτρο του φυτρώνει.

Κοιμούνται αμέτρητα σπαρτά
κι όλο ονειρεύονται τ’ αστάχυα.
Τ’ άγρια μπουμπούκια, σφαλιστά,
ύπνος τα παίρνει, μες στα βράχια…

Έχει όλ’ η πλάση κοιμηθεί
κάτω απ’ το κάτασπρο σεντόνι,
ωσότου να της πει στ’ αυτί
μια συλλαβή το χελιδόνι.

Και τότες! ρόδα, γιασεμιά,
γλυκά κεράσια, χρυσά στάχυα,
κι η αγαπημένη η κυκλαμιά
«Ευχαριστώ» θα πει στα βράχια.

ΤΕΛΛΟΣ ΑΓΡΑΣ

Τρίτη 7 Ιανουαρίου 2020

Εγώ κι εσύ μαζί


Όταν αποκοιμήθηκαν όλοι, ο Τέρενς κι η Κλόντια έφυγαν από το δωμάτιο της μικρής Αλμπίνα και πήγαν στο σαλόνι. Στάθηκαν μπροστά από το χριστουγεννιάτικο δέντρο, αγκαλιάστηκαν και, για ώρα, σιωπούσαν.
-Και τώρα που τελειώνουν οι γιορτές;
-Θα ‘ρθουν άλλες μέρες και θα έχουν όλες τη δική τους αξία, γιατί θα τις περνάμε παρέα.
-Κι όταν μαζέψουν όλα τα στολίδια;
-Θα είναι η αγάπη μας το ομορφότερο στολίδι.
-Κι όταν τα φώτα θα σβήσουν;
-Θα βγαίνει απ’τις ψυχές μας φως πιο λαμπερό.
-Θα ξανάρθουν γρήγορα τα Χριστούγεννα;
-Θα ξανάρθουν και μεις θα είμαστε και πάλι εδώ, αγκαλιασμένοι, να τα υποδεχτούμε.
-Εγώ κι εσύ μαζί;
-Εγώ κι εσύ μαζί!
-Για πάντα;
-Για πάντα!
…
Το επόμενο πρωί η Αλμπίνα βρήκε τα δύο αρκουδάκια της αγκαλιασμένα, μπροστά από το δέντρο. Θα στοιχημάτιζε πως το προηγούμενο βράδυ τα είχε αφήσει το ένα δίπλα από το κρεβάτι της και το άλλο πάνω στο γραφείο. Δεν ήταν η πρώτη φορά που τα έβρισκε μαζί, ενώ ήταν σίγουρη πως πριν κοιμηθεί τα άφηνε σε διαφορετικά σημεία.
«Τι παράξενο», σκέφτηκε. «Σαν να μετακινούνται μόνα τους!».
Δεν είχε όμως χρόνο για τέτοιες σκέψεις. Σε λίγο θα ξεστόλιζαν το σπίτι.
«Του χρόνου πάλι…», είπε στους δύο λούτρινους φίλους της και τους έβαλε προσεκτικά σε ένα κουτί. Εκεί θα έμεναν μέχρι τα επόμενα Χριστούγεννα…

Γιώτα Κοτσαύτη

Γράφτηκε για το παιχνίδι «Φωτογραφίες που εμπνέουν» και πρωτοδημοσιεύτηκε στο λογοτεχνικό περιοδικό Book Tour.

Σάββατο 4 Ιανουαρίου 2020

Των ανθρώπων οι χαρές, γιρλάντα γίνονται αν το θες


Απόψε δεν κοιμήθηκε, όλα τα χρόνια περίμενε τις καλύτερες νέες χρονιές. Δεν έρχονταν ποτέ. Πέρασαν οικογενειακά τραπέζια, και άνθρωποι που ήρθαν και έφυγαν. Σήμερα άλλαζε το έτος όπως πάλι και πάλι. Είδε ένα αστέρι να πέφτει για πρώτη φορά και έγειρε.
Τι όμορφα που φωτίζονται τα σπίτια την Πρωτοχρονιά! Αναβοσβήνουν σαν τρενάκι σε λούνα παρκ. Τα παράθυρα έχουν φώτα, κάποιες μουσικές ακούγονται αμυδρά, ο καιρός είναι ψυχρός μα εκείνη δεν το νιώθει. Σε ένα παράθυρο βλέπει ένα πρόσωπο μικρού κοριτσιού. Της αρέσουν τα παιδιά, όταν χαμογελούν και γελάνε και τα μάτια τους φωτίζει ο κόσμος. Και αγαπούσε τόσο το φως. Σήμερα ο κόσμος λάμπει. Μα το μικρό κορίτσι είναι θλιμμένο. Την πλησιάζει. Το παιδί δεν την βλέπει. Ακούει κάτι να λέει, μα δεν μιλάει. «Μανούλα είσαι τόσο μακριά, θέλω να έρθω κοντά σου, θέλω να νιώθω πως με αγαπάς». Ένα δάκρυ κύλησε. Πέρασε και χάιδεψε το μικρό παιδί. Το κορίτσι άνοιξε τα μάτια.
-Άγγελέ μου; Ήρθες; Ήρθες! Σε αναζητούσα. Είσαι η Σωτηρία μου. Δώσε μου το χέρι σου να πάμε στη μαμά μου.
Εκείνη άπλωσε το χέρι και μια γιρλάντα με φωτάκια αγάπης άρχισε να ανοίγεται. Το μικρό κορίτσι χαμογέλασε, κάλεσε και τη γιαγιά και τον παππού της, πήραν μαζί και την πρωτοχρονιάτικη πίτα, την κάνει τόσο νόστιμη η γιαγιά. Και τότε -ώ του θαύματος- πέταξαν όλοι μαζί πάνω από πολιτείες, από τζάκια με καπνό, από δέντρα και ποτάμια. Ακουγόταν μια μουσική… «Κι αν θέλεις κάτι τόσο πολύ, θα βρεθεί τόπος να γενεί..»
Και φθάσαν σε άλλον τόπο, η μάνα και ο πατέρας του κοριτσιού δούλευαν μέρα γιορτινή για να στείλουν στο παιδί τους χρήματα και να ζήσουν καλύτερα χρόνια.
Είδαν το κορίτσι και έτριψαν τα μάτια τους. Άφησαν από τα χέρια τα πιάτα και τα ποτήρια που πλένανε και όρμησαν να το πάρουν αγκαλιά, είδαν τη γιαγιά και τον παππού. Έζησαν την ευτυχία. Ανέβηκαν στη γιορτινή γιρλάντα και δεν εμφανίστηκαν ποτέ ξανά στη γη.
Η Σωτηρία ξύπνησε δίπλα στο παραθύρι. Αυτή η πίτα της γιαγιάς μοσχοβολάει πάντα τόσο όμορφα. Χτύπησε το κουδούνι, ήρθαν οι γονείς από τη δουλειά, τα κατάφεραν. Έφεραν μαζί τους γλυκά. Έλα Σωτηρία μου, έλα, σε λίγο αλλάζει ο χρόνος. Έτρεξε να αγκαλιάσει την οικογένειά της. Φέτος έζησε την καλύτερη χρονιά, αφού έχει γύρω της όσους αγαπά.
Γύρισε το βλέμμα στο παραθύρι, η γιορτινή γιρλάντα αγάπης είναι ακόμη εκεί.
Σίγουρα και φέτος θα είναι η καλύτερη χρονιά. Γιατί η κάθε μέρα είναι μια Πρωτοχρονιά.

ΒΑΪΑ ΛΑΜΠΡΟΠΟΥΛΟΥ

Η Βάια  Λαμπροπουλου γεννήθηκε και μεγάλωσε σ’ ένα χωριό της Κοζάνης στους πρόποδες των Πιερίων ορών, το Πλατανόρευμα. Ζει στην Κοζάνη με την οικογένειά της και εργάζεται στο νηπιαγωγείο Δρεπάνου. Εργάστηκε ως ειδική παιδαγωγός, αλλά την κέρδισε η συμβατική τάξη νηπιαγωγείου. Ασχολείται με αφηγήσεις παιδικών παραμυθιών και θέατρο. Έχει ειδικευτεί στη δημιουργική γραφή και τη σχολική ψυχολογία. Κάνει μεταπτυχιακό στην ψηφιακή δημοσιογραφία στο ΑΠΘ.

Η ιστορία γράφτηκε για την παραμυθοκαρτέλα «Αγγελούδι».



Πέμπτη 2 Ιανουαρίου 2020

Η βασίλισσα του χιονιού


Κάποτε, στο χιονόλευκο βασίλειο της Τουρτουρίας, ζούσε ο βασιλιάς Ξεπαγασμένος με τη βασίλισσα Κρυσταλλιανή. Στο αφρόχιονο της στέγης του παλατιού τους στραφτάλιζαν τις νύχτες του φεγγαριού ασημένιες λαμπηδόνες και  φαινόταν γιορτινό όλο το χρόνο.
Ο βασιλιάς Ξεπαγιασμένος ήταν τεμπελάκος και του άρεσε να ζωγραφίζει με το δάχτυλο, πάνω στη κρύα πάχνη των τζαμιών. Ζωγράφιζε ζώα και πουλιά, λουλούδια και παράξενα ξωτικά.
Η Χιονοβασίλισσα  Κρυσταλλιανή  ήταν πολύ δραστήρια, γι’ αυτό  ο βασιλιάς της έδωσε το θρόνο και κυβερνούσε  εκείνη τη χώρα της Τουρτουρίας.
Ήταν καλόκαρδη βασίλισσα κι αγαπούσε  να γλιστράει  με έλκηθρο σε βουνοπλαγιές και παγωμένες λίμνες. Ήξερε καλά τους κινδύνους που κρύβει η απαλότητα της χιονένιας απεραντοσύνης γι’ αυτό φοβότανε πολύ τους τρομακτικούς θορύβους που ακούγονταν από το γκρέμισμα των παγόβουνων στον ωκεανό και τ’ ανατριχιαστικά  ραγίσματα της πηγμένης λιμνοθάλασσας. Μα πιο πολύ φοβόταν τη θερμοκρασία των ανθρώπων. Το άγγιγμά του  έκανε στο φόρεμά της τρυπούλες που έσταζαν χιονόνερο. Καταστροφή!  Γι’ αυτό απέφευγε ακόμα και τα παιδιά.
Αγαπούσε όμως τα πουλιά και όλα τα ζώα της Τουρτουρίας. Στις περιπλανήσεις της είχε σώσει πολλά λευκά αρκουδάκια απ’ τα νεροπήγαδα των παγωμένων λιμνών. Είχε σώσει πολλά ζευγάρια κύκνων με τα κυκνάκια τους και πολλά ελαφάκια που βούλιαζαν στη χιονοθύελλα. Κι είχε ξεθάψει απ’ το χιόνι σωρούς από βατόμουρα  και καρπούς, μανιτάρια και βρύα για όλα τα πεινασμένα ζωάκια  των  κατάλευκων δασών.
Μια μέρα την πλησίασε η χρυσοπράσινη πάπια, η αρχηγός της λίμνης, και της είπε πως ένα παγόβουνο ταξιδεύει στον ωκεανό κι έχουν παγιδευτεί πάνω του πολλά  ζώα της Τουρτουρίας.  Η Βασίλισσα Κρυσταλλιανή στεναχωρήθηκε πολύ. Αποφάσισε να πάει να συμβουλευτεί τον σοφό Γέρο- Χειμώνα.
 -Τι φοβάσαι, και στεναχωριέσαι; της είπε εκείνος. Η καρδιά σου είναι αστρονιφάδα αγάπης και καλοσύνης.  Τέτοια καρδιά ούτε λιώνει, ούτε παγώνει, ούτε καίγεται.
Να πας να βρεις τους ανθρώπους. Μαζί τους θα σώσεις το βασίλειο της Τουρτουρίας. Εγώ γέρασα. Η παγωμένη μου ανάσα πνίγεται στους καπνούς και τα φουγάρα που ξεφυσάνε στις πολιτείες του κόσμου.
Η χιονοβασίλισσα έστειλε μήνυμα στο βασιλιά Ξεπαγιασμένο μ’ ένα νεροπερίστερο κι έτρεξε γλιστρώντας στην κοντινότερη πόλη. Το έλκηθρό της άραξε με φόρα στην άκρη της θάλασσας. Ήταν τόσο λεπτεπίλεπτη κι ανάλαφρη που ο θαλασσινός αέρας τη λυπήθηκε και τη σήκωσε στην πλάτη του. Την πέρασε πάνω από σπίτια και πλατείες, λιμάνια, και στρατώνες, σχολεία κι εκκλησιές. Όλοι οι άνθρωποι την είδαν να αιωρείται στον άνεμο και άκουσαν τη σπαραχτική φωνή της.
 -Σώστε τα ζώα της Τουρτουρίας στο παγόβουνο! Σώστε τη Γη απ’ τη φωτιά και τους καπνούς! Φώναξε - φώναξε, ώσπου άρχισε να λιώνει. Η πρώτη σταγόνα έγινε ρυάκι και κύλισε ως το μεγάλο δέντρο, στη μέση της κεντρικής  πλατείας. Έμεινε μόνο η καρδιά της, η αστρονιφάδα. Ο αέρας την απόθεσε μαλακά στη διχάλα του δέντρου. Οι άνθρωποι της πόλης λυπήθηκαν πολύ για την όμορφη χιονοβασίλισσά τους κι έστησαν  το άγαλμά της στη σκιά του δέντρου. Ο γλύπτης που την έφτιαξε τοποθέτησε τη  νιφάδα καρδιά της, σαν κόσμημα, κατάστηθα. Από τότε κάθε χρόνο, για να την τιμήσουν, οργανώνουν μεγάλη πορεία με συνθήματα, τραγούδια και τυμπανοκρουσίες, Για τη βασίλισσά τους, που έλιωσε για τη σωτηρία της Γης, και των πλασμάτων της. Στα λάβαρα που κρατάει ο λαός της Τουρτουρίας εκείνη τη μέρα είναι ζωγραφισμένη η μορφή και η αθάνατη νιφάδα καρδιά της Χιονοβασίλισσας  Κρυσταλλιανής.
Λένε πως ο βασιλιάς Ξεπαγιασμένος έμεινε να ζωγραφίζει στην πάχνη των τζαμιών τη νεροτσουλίθρα της δικής του μοίρας. Αλλά αυτό είναι μια άλλη ιστορία, του νερού και του χιονιού, που θα την πούμε άλλη φορά...

Έλσα Χίου 
... 

H Έλσα Xίου κατάγεται από τη Σάμο. Zει μόνιμα στο νησί και ασχολείται με τη δημοσιογραφία, το ραδιόφωνο και τη λογοτεχνία. Κείμενά της περιλαμβάνονται σε ανθολογίες και λογοτεχνικά περιοδικά. Έχει πάρει πολλαπλά βραβεία για το λογοτεχνικό της έργο. Η νενέ η Σμυρνιά, το πρώτο της μυθιστόρημα, έχει βραβευτεί με το βραβείο IΠEKTΣI.

 Η ιστορία γράφτηκε για την παραμυθοκαρτέλα της βασίλισσας του Χιονιού:

http://enakeimenomiaeikona.blogspot.com/2019/12/blog-post_21.html