Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Αδελφοί Γκριμμ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Αδελφοί Γκριμμ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Δευτέρα 27 Απριλίου 2015

Ο πρίγκιπας βάτραχος ή ο καρδιοσιδεροσφιγμένος Χάινριχ




Τον παλιό καλό καιρό, όταν οι ευχές βοηθούσαν ακόμα στις δύσκολες περιστάσεις, ζούσε ένας βασιλιάς. Όλες οι θυγατέρες του ήσαν πανέμορφες· η μικρότερη όμως ήταν τόσο όμορφη, ώστε ακόμα κι ο ήλιος, που τόσα έχουν δει τα μάτια του, τη θαύμαζε κάθε φορά που αντίκριζε το πρόσωπό της. Κοντά στον πύργο του βασιλιά ήταν ένα μεγάλο και σκοτεινό δάσος. Και μέσα στο δάσος, κάτω από μια γέρικη φλαμουριά, ανάβλυζε μια πηγή· τις πολύ ζεστές μέρες λοιπόν η κόρη του βασιλιά πήγαινε στο δάσος και καθόταν να δροσιστεί πλάι στα νερά της. Και για να περνάει την ώρα της, είχε ένα χρυσό τόπι, που το πετούσε ψηλά και το ‘πιανε πάλι. Το τόπι αυτό ήταν το πιο αγαπημένο της παιχνίδι.

Να όμως που μια φορά ήρθαν έτσι τα πράγματα και το χρυσό τόπι της ξέφυγε· η βασιλοπούλα είχε σηκώσει ψηλά τα χέρια της για να το πιάσει αλλά ξαστόχησε κι αυτό κατρακύλησε στο χώμα κι έπεσε ίσια μέσα στα νερά της πηγής. Η βασιλοπούλα προσπάθησε να μην το χάσει απ’ τα μάτια της, το τόπι όμως εξαφανίστηκε μέσα στα νερά. Κι η πηγή ήταν τόσο βαθιά, τόσο βαθιά, που δεν έβλεπες τον πάτο. Τότε η κόρη άρχισε να κλαίει κι έκλαιγε όλο και πιο δυνατά και παρηγοριά δεν είχε. Κι έτσι όπως έκλαιγε και χτυπιόταν, άκουσε ξάφνου μια φωνή να τη ρωτάει: «Τι έχεις, βασιλοπούλα μου, και θρηνείς τόσο σπαραχτικά, που κι από πέτρα να ‘ταν η καρδιά του ανθρώπου, θα ράγιζε;» Η πεντάμορφη γύρισε και τι να δει; Ένας κακάσχημος βάτραχος είχε βγάλει το χοντρό κεφάλι του έξω απ’ τα νερά και της μιλούσε μ’ ανθρώπινη φωνή. «Αχ, εσύ είσαι, γερο-βάτραχε», είπε. «Κλαίω για το χρυσό μου τόπι, που μου ‘πεσε στο νερό». –«Ησύχασε κι άλλο μην κλαις», αποκρίθηκε ο βάτραχος. «Εγώ θα σε βοηθήσω. Αλλά τι θα μου δώσεις, αν σου φέρω πίσω το χρυσό σου τόπι;» -«Ό, τι κι αν μου γυρέψεις, καλέ μου βάτραχε», απάντησε η βασιλοπούλα. «Τα φορέματά μου, τα μαργαριτάρια μου και τα πολύτιμα πετράδια μου, ακόμα και τη χρυσή κορόνα που φορώ». Ο βάτραχος τότε είπε: «Δεν θέλω ούτε τα φορέματά σου, ούτε τα μαργαριτάρια σου και τα πολύτιμα πετράδια σου, ούτε τη χρυσή κορόνα που φοράς. Θέλω να μ’ αγαπάς, να μ’ έχεις φίλο σου και σύντροφο στα παιχνίδια σου. Να μ’ αφήνεις να κάθομαι δίπλα σου στο τραπέζι σου, να τρώω από το χρυσό πιατάκι σου, να πίνω απ’ το ποτηράκι σου και να κοιμάμαι στο κρεβατάκι σου. Αν μου τα υποσχεθείς όλα αυτά, τότε θα βουτήξω ως τον πάτο και θα σου φέρω πίσω το χρυσό σου τόπι». –«Αχ, ναι», είπε βασιλοπούλα, «σου υπόσχομαι πως θα έχεις ό, τι θελήσεις. Φτάνει να μου ξαναφέρεις το χρυσό μου τόπι». Μέσα της όμως σκεφτόταν: «Μα τι κουταμάρες είναι τούτες που λέει ο κακομοίρης ο βάτραχος… Αφού εδώ μόνο μπορεί να ζήσει, μέσα στο νερό, μαζί με τους άλλους βατράχους, φωνάζοντας βρεκεκέξ κουάξ κουάξ. Άκου να πιάσει φιλίες με τους ανθρώπους!».

Ο βάτραχος όμως, μόλις πήρε το τάξιμο, βούτηξε με το κεφάλι κάτω στα νερά. Και πριν περάσει πολλή ώρα, ξαναβγήκε κρατώντας στο στόμα του το χρυσό τόπι στο χορτάρι πλάι στα χείλη της πηγής. Η κόρη, καταχαρούμενη που ξανάβρισκε το ωραίο της παιχνίδι, το άρπαξε στα χέρια της κι έφυγε τρέχοντας. «Περίμενε, περίμενε», φώναξε ο βάτραχος πίσω της. «Πάρε με κι εμένα μαζί σου, δεν μπορώ να τρέξω σαν εσένα». Άδικα όμως ξεφώνιζε πίσω της βρεκεκέξ κουάξ κουάξ! Η βασιλοπούλα δεν του ‘δωσε καμία σημασία. Τρέχοντας γύρισε στο παλάτι και ξέχασε αμέσως τον καημένο το βάτραχο, που άλλο δεν του ‘μενε να κάνει, παρά να γυρίσει και πάλι στα νερά της πηγής του.

Την άλλη μέρα, μόλις κάθισε στο τραπέζι μαζί με το βασιλιά και όλους τους παλατιανούς, μόλις άρχιζε να τρώει απ’ το χρυσό της το πιατάκι, να σου ξάφνου, πλιτς πλατς, κάτι που ανέβαινε σερνόμενο τις μαρμάρινες σκάλες του παλατιού. Κι όταν έφτασε πάνω, χτύπησε την πόρτα και φώναξε: «Βασιλοπούλα, μικρή βασιλοπούλα, άνοιξέ μου!» Η πεντάμορφη έτρεξε να δει ποιος χτυπούσε. Αλλά όταν άνοιξε την πόρτα, αντίκρισε μπροστά της το βάτραχο. Αμέσως σφάλισε την πόρτα, τη μαντάλωσε όσο πιο γρήγορα μπορούσε και κάθισε πάλι στο τραπέζι. Η καρδιά της όμως είχε παγώσει από το φόβο. Ο βασιλιάς κατάλαβε ότι η μικρή του κόρη έτρεμε απ’ την τρομάρα της. Και τη ρώτησε: «Παιδί μου, τι φοβάσαι; Μην είναι κανένας γίγαντας, που χτύπησε την πόρτα μας, και θέλει να σε πάρει;» -«Αχ, όχι, πατέρα», αποκρίθηκε εκείνη. «Δεν είναι γίγαντας. Είναι ένας απαίσιος βάτραχος». –«Και τι θέλει ο βάτραχος από σένα;» -«Αχ, πατέρα μου καλέ, χτες που ήμουνα στο δάσος κι έπαιζα πλάι στην πηγή, έχασα το χρυσό μου τόπι μέσα στα νερά. Έβαλα τα κλάματα, κι ο βάτραχος, που μ’ άκουσε, βούτηξε και μου το ‘φερε πίσω. Κι επειδή επέμενε πολύ, του ‘ταξα πως θα ‘μαστε φίλοι. Δεν φανταζόμουνα πως θα μπορούσε να βγει και να ζήσει έξω απ’ το νερό. Να, όμως που βγήκε και τώρα περιμένει να τον πάρω κοντά μου». Τη στιγμή εκείνη η πόρτα χτύπησε πάλι κι ο βάτραχος φώναξε:

«Βασιλοπούλα όμορφη,
του βασιλιά κόρη μικρή,
έλα την πόρτα να μ’ ανοίξεις!
Εχτές τι μου ‘ταξες,
δεν το θυμάσαι,
στα δροσερά πλάι τα νερά;
Βασιλοπούλα όμορφη,
του βασιλιά κόρη μικρή,
έλα την πόρτα να μ’ ανοίξεις!»

Ο βασιλιάς τότε είπε: «Όταν δίνεις το λόγο σου, πρέπει να τον κρατάς. Πήγαινε και άνοιξέ του». Η βασιλοπούλα πήγε, λοιπόν, και του άνοιξε, κι ο βάτραχος μπήκε χοροπηδώντας και την ακολούθησε καταπόδι μέχρι την καρέκλα της. Εκεί στάθηκε και φώναξε: «Σήκωσέ με και πάρε με κοντά σου». Η βασιλοπούλα δίστασε, ώσπου ο βασιλιάς την πρόσταξε να το κάνει. Όταν ο βάτραχος βρέθηκε στην καρέκλα, ήθελε ν’ ανέβει στο τραπέζι. Κι όταν ανέβηκε στο τραπέζι, είπε στη βασιλοπούλα: «Σπρώξε τώρα πιο κοντά το χρυσό πιατάκι σου, για να φάμε μαζί». Η όμορφη βασιλοπούλα έκανε πράγματι αυτό που της ζήτησε, αλλά φαινόταν πως το ‘κανε με κρύα καρδιά. Ο βάτραχος καλόφαγε, εκείνη όμως δεν κατάφερε να καταπιεί μπουκιά. Τέλος της είπε: «Έφαγα και χόρτασα και τώρα είμαι κουρασμένος. Πήγαινέ με λοιπόν στην κάμαρά σου και στρώσε τα μεταξωτά σεντόνια στο κρεβατάκι σου, να πέσουμε για ύπνο». Η βασιλοπούλα έβαλε τα κλάματα. Ο κρύος βάτραχος την αηδίαζε. Ούτε να τον πιάσει δεν ήθελε. Όχι και να κοιμηθεί μαζί του στο ίδιο κρεβάτι! Ο βασιλιάς όμως θύμωσε και είπε: «Αυτόν που σε βοήθησε όταν είχες την ανάγκη του, δεν πρέπει μετά να τον ξεχνάς και να τον περιφρονείς». Τότε τον πήρε κι εκείνη με τα δυο της δάχτυλα, τον ανέβασε στην κάμαρά της και τον άφησε σε μια γωνιά. Όταν όμως πλάγιασε στο κρεβατάκι της, εκείνος σύρθηκε κοντά της και της είπε: «Είμαι κουρασμένος, θέλω να κοιμηθώ στα πούπουλα όπως εσύ. Πάρε με κοντά σου, ειδαλλιώς θα το πω στον πατέρα σου». Εκείνη τότε θύμωσε τόσο πολύ, που τον άρπαξε και τον πέταξε μ’ όλη τη δύναμή της στον τοίχο: «Τώρα πια θα μ’ αφήσεις ήσυχη, παλιοβάτραχε!»

Να όμως που ξαναπέφτοντας ο βάτραχος, δεν ήταν βάτραχος πια. Ήταν ένα βασιλόπουλο με όμορφα, καλοσυνάτα μάτια. Και με την ευχή του πατέρα της, αυτός έγινε άντρας της και σύντροφός της. Της διηγήθηκε τότε εκείνος πως μια κακιά μάγισσα τον είχε καταραστεί και κανείς δεν θα μπορούσε να τον σώσει απ’ την κατάρα της, παρά μονάχα εκείνη η μικρή, η πανέμορφη βασιλοπούλα. Την άλλη κιόλας μέρα, της έταξε, θα έφευγαν για το βασίλειό του. Κι έτσι τους πήρε ο ύπνος. Το πρωί, σαν έφεξε ο Θεός τη μέρα, μια άμαξα ήρθε να τους πάρει. Οχτώ άσπρα άλογα την έσερναν. Άσπρα λοφία είχαν στα κεφάλια τους και χρυσές αλυσίδες στα χάμουρά τους. Και στη θέση του αμαξά στεκόταν ο πιστός Χάινριχ, ο υπηρέτης του νεαρού βασιλιά. Ο πιστός Χάινριχ το ‘χει πάρει κατάκαρδα, όταν ο αφέντης του μεταμορφώθηκε σε βάτραχο. Και για να μη σπάσει η καρδιά του απ’ τον πόνο, την είχε σφίξει με τρεις σιδερένιες αλυσίδες. Αλλά η ώρα είχε φτάσει, κι η άμαξα θα έφερνε το βασιλόπουλο πίσω στο βασίλειό του. Ο πιστός Χάινριχ τους βοήθησε ν’ ανέβουν κι οι δυο στην άμαξα, κι ανέβηκε κι ο ίδιος από πίσω. Ήταν τρισευτυχισμένος που τα μάγια είχαν λυθεί κι ο αφέντης του είχε σωθεί. Δρόμο πήραν, δρόμο άφησαν κι όταν προχώρησαν κάμποσο το βασιλόπουλο άκουσε έναν θόρυβο από πίσω, λες και κάποιο σίδερο είχε σπάσει. Γύρισε τότε και φώναξε:

«Το νου σου, Χάινριχ, η ρόδα μας θα σπάσει».
«Όχι, αφέντη, και η χαρά σου ας μη χαλάσει.
Είναι τα σίδερα που είχα σφίξει στην καρδιά,
απ’ τη θλίψη να μη σπάσει την κακιά,
όταν η μάγισσα σ’ είχε μαγέψει,
και τη μορφή σου σου είχε κλέψει».

Άλλη μια φορά, κι άλλη μια φορά ακούστηκε στο δρόμο ο ίδιος θόρυβος. Και κάθε φορά το βασιλόπουλο νόμιζε ότι είχε σπάσει η ρόδα της άμαξας. Αλλά δεν ήταν παρά οι τρεις αλυσίδες που είχε σφίξει γύρω απ’ την καρδιά του ο πιστός Χάινριχ. Η χαρά του τώρα ήταν τόση, που μια μια τινάζονταν κι έφευγαν από πάνω του, μια κι ο αφέντης του είχε σωθεί και γύριζε πίσω ευτυχισμένος.

Τα παραμύθια των αδελφών Γκριμμ (α’ τόμος), εκδόσεις Άγρα, μετάφραση Μαρία Αγγελίδου.



Κάθε βδομάδα η νηπιαγωγός-συγγραφέας Γιώτα Κοτσαύτη επιλέγει ένα κείμενο παιδικής λογοτεχνίας (παραμύθι ή ποίημα), διήγημα ή αποσπάσματα από βιβλία αγαπημένων λογοτεχνών.

Από τον Δεκέμβριο του 2014 φιλοξενούνται στη στήλη και ανέκδοτα κείμενα νέων δημιουργών.

Ένας εικονογράφος ή ζωγράφος καλείται να κάνει μία εικόνα με βάση το κείμενο που θα αναλάβει.

Περιμένουμε τις εικόνες, τις προτάσεις, αλλά και τις ιστορίες σας στην ηλεκτρονική διεύθυνση yotakotsafti1@yahoo.gr

Τη σημερινή εικόνα έκανε η Μαρία Φλωριάν


 Η Μαρία Φλωριάν-Φλωριανού γεννήθηκε το 1987 στην Αθήνα, όπου και μεγάλωσε. Σπούδασε 3D Animation και τώρα διανύει το τελευταίο έτος στην Σχολή Καλών Τεχνών Φλώρινας. Της αρέσει να εικονογραφεί και να φτιάχνει δικά της κόμιξ και ιστορίες.  Ονειρεύεται μια μέρα οι κόσμοι που ζωγραφίζει να γίνουν αληθινοί για να μπορούμε να ζούμε όλοι ευτυχισμένοι.

Εδώ μπορείτε να βρείτε το βιβλίο που εικονογράφησε:

Ενώ σύντομα θα κυκλοφορήσουν κι άλλα παιδικά βιβλία με δικές της εικόνες.

Η σελίδα της Μαρίας στο  facebook:

Με αγάπη από τη Φλώρινα,
Γιώτα Κοτσαύτη.

Η σελίδα της στήλης «Ένα κείμενο, μία εικόνα» στο facebook:



Τρίτη 30 Δεκεμβρίου 2014

Το άχυρο, το κάρβουνο και το φασόλι

Μια φορά κι έναν καιρό ζούσε σ΄ ένα χωριό μια φτωχή γριούλα, που είχε μαζέψει μια μερίδα φασόλια κι ετοιμαζόταν να τα μαγειρέψει. Άναψε λοιπόν φωτιά, και για να φουντώσουν οι φλόγες πιο γρήγορα, έριξε μια χούφτα άχυρο. Όταν έβαλε τα φασόλια στο τσουκάλι, ένα ξέφυγε κι έπεσε κατάχαμα. Και κατρακυλώντας έφτασε κοντά σ’ ένα άχυρο, που είχε ξεφύγει απ’ τ’ άλλα κι είχε χωθεί παράμερα. Μετά από λίγο πήδησε κι ένα αναμμένο κάρβουνο απ’ τη φωτιά κι ήρθε και προσγειώθηκε κοντά στ’ άλλα δυο. Το άχυρο έκανε την αρχή και μίλησε και είπε: «Πούθε έρχεστε, καλοί μου φίλοι;» Το κάρβουνο απάντησε: «Εγώ, για καλή μου τύχη, ξέφυγα απ’ τη φωτιά. Κι αν δεν πηδούσα μακριά της μ’ όλη μου τη δύναμη, τώρα θα ‘χα πεθάνει: θα ‘χα καεί και θα ‘χα γίνει στάχτη». Και το φασόλι είπε: «Κι εγώ μετά βίας κατάφερα να σώσω τη ζωή μου. Γιατί αν η γριά μ’ έριχνε και μένα στο τσουκάλι, τώρα θα ‘χα γίνει σούπα σαν τους συντρόφους μου». «Μήπως νομίζετε ότι εμένα με περίμενε καλύτερη τύχη;», ρώτησε το άχυρο. «Η γριά έριξε στη φωτιά όλα μου τ’ αδέρφια, να γίνουν φλόγες και καπνός. Εξήντα έπιασε μονομιάς και τα ‘στειλε στο θάνατο. Εγώ ευτυχώς ξεγλίστρησα ανάμεσα απ’ τα δάχτυλά της». –«Τώρα όμως τι να κάνουμε;», αναρωτήθηκε το κάρβουνο. –«Εγώ λέω», απάντησε το φασόλι, «να γίνουμε φίλοι. Κι αφού σταθήκαμε κι οι τρεις μας τόσο τυχεροί και γλιτώσαμε απ’ το θάνατο, να μείνουμε μαζί και να φύγουμε για τις ξένες χώρες, μη μας βρει εδώ πέρα και καμιά καινούργια συμφορά».

Η πρόταση άρεσε και στους άλλους δυο και ξεκίνησαν όλοι μαζί για τα ξένα. Στο δρόμο όμως που πήγαιναν, έφτασαν σ’ ένα ποταμάκι. Κι ούτε γέφυρα ούτε γεφυράκι δεν υπήρχε για να περάσουν απέναντι. Το άχυρο όμως σκέφτηκε και είπε: «Θα σταθώ εγώ πάνω από το νερό, κι εσείς θα πατήσετε και  θα περάσετε από πάνω μου, σαν να ‘μουν γέφυρα». Έτσι κι έγινε. Και το κάρβουνο, που ήταν όλο ενθουσιασμό και κέφι, προχώρησε πρώτο πάνω στο γεφύρι. Όταν όμως έφτασε στα μισά, κι άκουσε από κάτω τα νερά να τρέχουν, άρχισε να φοβάται: στάθηκε και δεν πήγαινε ούτε μπρος ούτε πίσω. Έτσι όμως πήρε φωτιά το άχυρο, κόπηκε στα δυό κι έπεσε στο νερό. Από πίσω έπεσε και το κάρβουνο, που τσιτσίριξε κι έσβησε στη στιγμή. Το φασόλι τώρα, που δεν είχε τολμήσει να προχωρήσει, προτού να δει τι θα γινόταν, έβαλε τα γέλια και γελούσε τόσο πολύ που έσκασε. Και θα πήγαινε κι αυτό χαμένο, αν δεν το ‘βλεπε ένας ραφτάκος περαστικός, που είχε σταθεί κοντά στο ποταμάκι για να ξεκουραστεί. Κι επειδή είχε καλή καρδιά, έβγαλε το βελόνι και την κλωστή του και το ‘ραψε. Το φασόλι τον ευχαρίστησε θερμά. Ο ραφτάκος όμως το ‘χει μαντάρει με μαύρη κλωστή, κι από τότε όλα τα φασόλια έχουν μια μαύρη ραφούλα στο πλάι τους.

ΤΑ ΠΑΡΑΜΥΘΙΑ ΤΩΝ ΑΔΕΛΦΩΝ ΓΚΡΙΜΜ (α’ τόμος), εκδόσεις Άγρα, μετάφραση Μαρία Αγγελίδου.


Κάθε βδομάδα η Γιώτα Κοτσαύτη επιλέγει ένα κείμενο παιδικής λογοτεχνίας (παραμύθι ή ποίημα), διήγημα ή αποσπάσματα από βιβλία αγαπημένων λογοτεχνών.

Από τον Δεκέμβριο του 2014 φιλοξενούνται στη στήλη και ανέκδοτα κείμενα νέων δημιουργών.

Ένας εικονογράφος ή ζωγράφος καλείται να κάνει μία εικόνα με βάση αυτά.

Περιμένουμε τις εικόνες, τις προτάσεις, αλλά και τις ιστορίες σας στην ηλεκτρονική διεύθυνση yotakotsafti1@yahoo.gr
Τη σημερινή εικόνα έκανε η Στεφανία Βελδεμίρη.


Συντηρήτρια αρχαιολογικών ευρημάτων και έργων τέχνης, συνεργάζεται με μουσεία και πανεπιστήμια της Ελλάδας και του εξωτερικού. Διδάσκει ζωγραφική και ιστορία της τέχνης σε παιδιά και ενήλικες. Απολαμβάνει το διάβασμα, ζωγραφίζει και γράφει, επιμένοντας διακαώς να δίνει μορφή, σε χρώματα και λέξεις με ουσία. Αγαπάει απέραντα, τις ιστορίες αγάπης, τις πτήσεις εκτός πλανήτη, τα κόκκινα αστέρια, το κολύμπι στα πάρα πολύ βαθιά νερά, να παίζει κλέφτες κι αστυνόμους, κρυφτό και το κυνηγητό, τους χαμένους όλως των ειδών και κατηγοριών και το γέλιο των παιδιών.

Προσωπικό ιστολόγιο:
Με αγάπη από τη Φλώρινα,
Γιώτα Κοτσαύτη.


Η σελίδα «Ένα κείμενο, μία εικόνα» στο facebook: