Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Μαρία Φλωριάν. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Μαρία Φλωριάν. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Δευτέρα 27 Απριλίου 2015

Ο πρίγκιπας βάτραχος ή ο καρδιοσιδεροσφιγμένος Χάινριχ




Τον παλιό καλό καιρό, όταν οι ευχές βοηθούσαν ακόμα στις δύσκολες περιστάσεις, ζούσε ένας βασιλιάς. Όλες οι θυγατέρες του ήσαν πανέμορφες· η μικρότερη όμως ήταν τόσο όμορφη, ώστε ακόμα κι ο ήλιος, που τόσα έχουν δει τα μάτια του, τη θαύμαζε κάθε φορά που αντίκριζε το πρόσωπό της. Κοντά στον πύργο του βασιλιά ήταν ένα μεγάλο και σκοτεινό δάσος. Και μέσα στο δάσος, κάτω από μια γέρικη φλαμουριά, ανάβλυζε μια πηγή· τις πολύ ζεστές μέρες λοιπόν η κόρη του βασιλιά πήγαινε στο δάσος και καθόταν να δροσιστεί πλάι στα νερά της. Και για να περνάει την ώρα της, είχε ένα χρυσό τόπι, που το πετούσε ψηλά και το ‘πιανε πάλι. Το τόπι αυτό ήταν το πιο αγαπημένο της παιχνίδι.

Να όμως που μια φορά ήρθαν έτσι τα πράγματα και το χρυσό τόπι της ξέφυγε· η βασιλοπούλα είχε σηκώσει ψηλά τα χέρια της για να το πιάσει αλλά ξαστόχησε κι αυτό κατρακύλησε στο χώμα κι έπεσε ίσια μέσα στα νερά της πηγής. Η βασιλοπούλα προσπάθησε να μην το χάσει απ’ τα μάτια της, το τόπι όμως εξαφανίστηκε μέσα στα νερά. Κι η πηγή ήταν τόσο βαθιά, τόσο βαθιά, που δεν έβλεπες τον πάτο. Τότε η κόρη άρχισε να κλαίει κι έκλαιγε όλο και πιο δυνατά και παρηγοριά δεν είχε. Κι έτσι όπως έκλαιγε και χτυπιόταν, άκουσε ξάφνου μια φωνή να τη ρωτάει: «Τι έχεις, βασιλοπούλα μου, και θρηνείς τόσο σπαραχτικά, που κι από πέτρα να ‘ταν η καρδιά του ανθρώπου, θα ράγιζε;» Η πεντάμορφη γύρισε και τι να δει; Ένας κακάσχημος βάτραχος είχε βγάλει το χοντρό κεφάλι του έξω απ’ τα νερά και της μιλούσε μ’ ανθρώπινη φωνή. «Αχ, εσύ είσαι, γερο-βάτραχε», είπε. «Κλαίω για το χρυσό μου τόπι, που μου ‘πεσε στο νερό». –«Ησύχασε κι άλλο μην κλαις», αποκρίθηκε ο βάτραχος. «Εγώ θα σε βοηθήσω. Αλλά τι θα μου δώσεις, αν σου φέρω πίσω το χρυσό σου τόπι;» -«Ό, τι κι αν μου γυρέψεις, καλέ μου βάτραχε», απάντησε η βασιλοπούλα. «Τα φορέματά μου, τα μαργαριτάρια μου και τα πολύτιμα πετράδια μου, ακόμα και τη χρυσή κορόνα που φορώ». Ο βάτραχος τότε είπε: «Δεν θέλω ούτε τα φορέματά σου, ούτε τα μαργαριτάρια σου και τα πολύτιμα πετράδια σου, ούτε τη χρυσή κορόνα που φοράς. Θέλω να μ’ αγαπάς, να μ’ έχεις φίλο σου και σύντροφο στα παιχνίδια σου. Να μ’ αφήνεις να κάθομαι δίπλα σου στο τραπέζι σου, να τρώω από το χρυσό πιατάκι σου, να πίνω απ’ το ποτηράκι σου και να κοιμάμαι στο κρεβατάκι σου. Αν μου τα υποσχεθείς όλα αυτά, τότε θα βουτήξω ως τον πάτο και θα σου φέρω πίσω το χρυσό σου τόπι». –«Αχ, ναι», είπε βασιλοπούλα, «σου υπόσχομαι πως θα έχεις ό, τι θελήσεις. Φτάνει να μου ξαναφέρεις το χρυσό μου τόπι». Μέσα της όμως σκεφτόταν: «Μα τι κουταμάρες είναι τούτες που λέει ο κακομοίρης ο βάτραχος… Αφού εδώ μόνο μπορεί να ζήσει, μέσα στο νερό, μαζί με τους άλλους βατράχους, φωνάζοντας βρεκεκέξ κουάξ κουάξ. Άκου να πιάσει φιλίες με τους ανθρώπους!».

Ο βάτραχος όμως, μόλις πήρε το τάξιμο, βούτηξε με το κεφάλι κάτω στα νερά. Και πριν περάσει πολλή ώρα, ξαναβγήκε κρατώντας στο στόμα του το χρυσό τόπι στο χορτάρι πλάι στα χείλη της πηγής. Η κόρη, καταχαρούμενη που ξανάβρισκε το ωραίο της παιχνίδι, το άρπαξε στα χέρια της κι έφυγε τρέχοντας. «Περίμενε, περίμενε», φώναξε ο βάτραχος πίσω της. «Πάρε με κι εμένα μαζί σου, δεν μπορώ να τρέξω σαν εσένα». Άδικα όμως ξεφώνιζε πίσω της βρεκεκέξ κουάξ κουάξ! Η βασιλοπούλα δεν του ‘δωσε καμία σημασία. Τρέχοντας γύρισε στο παλάτι και ξέχασε αμέσως τον καημένο το βάτραχο, που άλλο δεν του ‘μενε να κάνει, παρά να γυρίσει και πάλι στα νερά της πηγής του.

Την άλλη μέρα, μόλις κάθισε στο τραπέζι μαζί με το βασιλιά και όλους τους παλατιανούς, μόλις άρχιζε να τρώει απ’ το χρυσό της το πιατάκι, να σου ξάφνου, πλιτς πλατς, κάτι που ανέβαινε σερνόμενο τις μαρμάρινες σκάλες του παλατιού. Κι όταν έφτασε πάνω, χτύπησε την πόρτα και φώναξε: «Βασιλοπούλα, μικρή βασιλοπούλα, άνοιξέ μου!» Η πεντάμορφη έτρεξε να δει ποιος χτυπούσε. Αλλά όταν άνοιξε την πόρτα, αντίκρισε μπροστά της το βάτραχο. Αμέσως σφάλισε την πόρτα, τη μαντάλωσε όσο πιο γρήγορα μπορούσε και κάθισε πάλι στο τραπέζι. Η καρδιά της όμως είχε παγώσει από το φόβο. Ο βασιλιάς κατάλαβε ότι η μικρή του κόρη έτρεμε απ’ την τρομάρα της. Και τη ρώτησε: «Παιδί μου, τι φοβάσαι; Μην είναι κανένας γίγαντας, που χτύπησε την πόρτα μας, και θέλει να σε πάρει;» -«Αχ, όχι, πατέρα», αποκρίθηκε εκείνη. «Δεν είναι γίγαντας. Είναι ένας απαίσιος βάτραχος». –«Και τι θέλει ο βάτραχος από σένα;» -«Αχ, πατέρα μου καλέ, χτες που ήμουνα στο δάσος κι έπαιζα πλάι στην πηγή, έχασα το χρυσό μου τόπι μέσα στα νερά. Έβαλα τα κλάματα, κι ο βάτραχος, που μ’ άκουσε, βούτηξε και μου το ‘φερε πίσω. Κι επειδή επέμενε πολύ, του ‘ταξα πως θα ‘μαστε φίλοι. Δεν φανταζόμουνα πως θα μπορούσε να βγει και να ζήσει έξω απ’ το νερό. Να, όμως που βγήκε και τώρα περιμένει να τον πάρω κοντά μου». Τη στιγμή εκείνη η πόρτα χτύπησε πάλι κι ο βάτραχος φώναξε:

«Βασιλοπούλα όμορφη,
του βασιλιά κόρη μικρή,
έλα την πόρτα να μ’ ανοίξεις!
Εχτές τι μου ‘ταξες,
δεν το θυμάσαι,
στα δροσερά πλάι τα νερά;
Βασιλοπούλα όμορφη,
του βασιλιά κόρη μικρή,
έλα την πόρτα να μ’ ανοίξεις!»

Ο βασιλιάς τότε είπε: «Όταν δίνεις το λόγο σου, πρέπει να τον κρατάς. Πήγαινε και άνοιξέ του». Η βασιλοπούλα πήγε, λοιπόν, και του άνοιξε, κι ο βάτραχος μπήκε χοροπηδώντας και την ακολούθησε καταπόδι μέχρι την καρέκλα της. Εκεί στάθηκε και φώναξε: «Σήκωσέ με και πάρε με κοντά σου». Η βασιλοπούλα δίστασε, ώσπου ο βασιλιάς την πρόσταξε να το κάνει. Όταν ο βάτραχος βρέθηκε στην καρέκλα, ήθελε ν’ ανέβει στο τραπέζι. Κι όταν ανέβηκε στο τραπέζι, είπε στη βασιλοπούλα: «Σπρώξε τώρα πιο κοντά το χρυσό πιατάκι σου, για να φάμε μαζί». Η όμορφη βασιλοπούλα έκανε πράγματι αυτό που της ζήτησε, αλλά φαινόταν πως το ‘κανε με κρύα καρδιά. Ο βάτραχος καλόφαγε, εκείνη όμως δεν κατάφερε να καταπιεί μπουκιά. Τέλος της είπε: «Έφαγα και χόρτασα και τώρα είμαι κουρασμένος. Πήγαινέ με λοιπόν στην κάμαρά σου και στρώσε τα μεταξωτά σεντόνια στο κρεβατάκι σου, να πέσουμε για ύπνο». Η βασιλοπούλα έβαλε τα κλάματα. Ο κρύος βάτραχος την αηδίαζε. Ούτε να τον πιάσει δεν ήθελε. Όχι και να κοιμηθεί μαζί του στο ίδιο κρεβάτι! Ο βασιλιάς όμως θύμωσε και είπε: «Αυτόν που σε βοήθησε όταν είχες την ανάγκη του, δεν πρέπει μετά να τον ξεχνάς και να τον περιφρονείς». Τότε τον πήρε κι εκείνη με τα δυο της δάχτυλα, τον ανέβασε στην κάμαρά της και τον άφησε σε μια γωνιά. Όταν όμως πλάγιασε στο κρεβατάκι της, εκείνος σύρθηκε κοντά της και της είπε: «Είμαι κουρασμένος, θέλω να κοιμηθώ στα πούπουλα όπως εσύ. Πάρε με κοντά σου, ειδαλλιώς θα το πω στον πατέρα σου». Εκείνη τότε θύμωσε τόσο πολύ, που τον άρπαξε και τον πέταξε μ’ όλη τη δύναμή της στον τοίχο: «Τώρα πια θα μ’ αφήσεις ήσυχη, παλιοβάτραχε!»

Να όμως που ξαναπέφτοντας ο βάτραχος, δεν ήταν βάτραχος πια. Ήταν ένα βασιλόπουλο με όμορφα, καλοσυνάτα μάτια. Και με την ευχή του πατέρα της, αυτός έγινε άντρας της και σύντροφός της. Της διηγήθηκε τότε εκείνος πως μια κακιά μάγισσα τον είχε καταραστεί και κανείς δεν θα μπορούσε να τον σώσει απ’ την κατάρα της, παρά μονάχα εκείνη η μικρή, η πανέμορφη βασιλοπούλα. Την άλλη κιόλας μέρα, της έταξε, θα έφευγαν για το βασίλειό του. Κι έτσι τους πήρε ο ύπνος. Το πρωί, σαν έφεξε ο Θεός τη μέρα, μια άμαξα ήρθε να τους πάρει. Οχτώ άσπρα άλογα την έσερναν. Άσπρα λοφία είχαν στα κεφάλια τους και χρυσές αλυσίδες στα χάμουρά τους. Και στη θέση του αμαξά στεκόταν ο πιστός Χάινριχ, ο υπηρέτης του νεαρού βασιλιά. Ο πιστός Χάινριχ το ‘χει πάρει κατάκαρδα, όταν ο αφέντης του μεταμορφώθηκε σε βάτραχο. Και για να μη σπάσει η καρδιά του απ’ τον πόνο, την είχε σφίξει με τρεις σιδερένιες αλυσίδες. Αλλά η ώρα είχε φτάσει, κι η άμαξα θα έφερνε το βασιλόπουλο πίσω στο βασίλειό του. Ο πιστός Χάινριχ τους βοήθησε ν’ ανέβουν κι οι δυο στην άμαξα, κι ανέβηκε κι ο ίδιος από πίσω. Ήταν τρισευτυχισμένος που τα μάγια είχαν λυθεί κι ο αφέντης του είχε σωθεί. Δρόμο πήραν, δρόμο άφησαν κι όταν προχώρησαν κάμποσο το βασιλόπουλο άκουσε έναν θόρυβο από πίσω, λες και κάποιο σίδερο είχε σπάσει. Γύρισε τότε και φώναξε:

«Το νου σου, Χάινριχ, η ρόδα μας θα σπάσει».
«Όχι, αφέντη, και η χαρά σου ας μη χαλάσει.
Είναι τα σίδερα που είχα σφίξει στην καρδιά,
απ’ τη θλίψη να μη σπάσει την κακιά,
όταν η μάγισσα σ’ είχε μαγέψει,
και τη μορφή σου σου είχε κλέψει».

Άλλη μια φορά, κι άλλη μια φορά ακούστηκε στο δρόμο ο ίδιος θόρυβος. Και κάθε φορά το βασιλόπουλο νόμιζε ότι είχε σπάσει η ρόδα της άμαξας. Αλλά δεν ήταν παρά οι τρεις αλυσίδες που είχε σφίξει γύρω απ’ την καρδιά του ο πιστός Χάινριχ. Η χαρά του τώρα ήταν τόση, που μια μια τινάζονταν κι έφευγαν από πάνω του, μια κι ο αφέντης του είχε σωθεί και γύριζε πίσω ευτυχισμένος.

Τα παραμύθια των αδελφών Γκριμμ (α’ τόμος), εκδόσεις Άγρα, μετάφραση Μαρία Αγγελίδου.

…


Κάθε βδομάδα η νηπιαγωγός-συγγραφέας Γιώτα Κοτσαύτη επιλέγει ένα κείμενο παιδικής λογοτεχνίας (παραμύθι ή ποίημα), διήγημα ή αποσπάσματα από βιβλία αγαπημένων λογοτεχνών.

Από τον Δεκέμβριο του 2014 φιλοξενούνται στη στήλη και ανέκδοτα κείμενα νέων δημιουργών.

Ένας εικονογράφος ή ζωγράφος καλείται να κάνει μία εικόνα με βάση το κείμενο που θα αναλάβει.

Περιμένουμε τις εικόνες, τις προτάσεις, αλλά και τις ιστορίες σας στην ηλεκτρονική διεύθυνση yotakotsafti1@yahoo.gr

…
Τη σημερινή εικόνα έκανε η Μαρία Φλωριάν. 


 Η Μαρία Φλωριάν-Φλωριανού γεννήθηκε το 1987 στην Αθήνα, όπου και μεγάλωσε. Σπούδασε 3D Animation και τώρα διανύει το τελευταίο έτος στην Σχολή Καλών Τεχνών Φλώρινας. Της αρέσει να εικονογραφεί και να φτιάχνει δικά της κόμιξ και ιστορίες.  Ονειρεύεται μια μέρα οι κόσμοι που ζωγραφίζει να γίνουν αληθινοί για να μπορούμε να ζούμε όλοι ευτυχισμένοι.

Εδώ μπορείτε να βρείτε το βιβλίο που εικονογράφησε:

Ενώ σύντομα θα κυκλοφορήσουν κι άλλα παιδικά βιβλία με δικές της εικόνες.

Η σελίδα της Μαρίας στο  facebook:

…
Με αγάπη από τη Φλώρινα,
Γιώτα Κοτσαύτη.
…

Η σελίδα της στήλης «Ένα κείμενο, μία εικόνα» στο facebook:



Τετάρτη 31 Δεκεμβρίου 2014

Η χρυσή καρδιά ενός μικρού πρίγκιπα

Τα παλιά τα χρόνια ζούσε σε μια μακρινή χώρα ένα πολύ ευτυχισμένο πριγκιπόπουλο. Όλη την ώρα γελούσε και το πρόσωπό του ακτινοβολούσε, όπως τα διαμάντια στις αχτίδες του ήλιου.

Όλοι πίστευαν ότι η ευτυχία του οφειλόταν στο γεγονός ότι, σαν ήταν πολύ μικρό, η γιαγιά του του είχε φορέσει στο λαιμό ένα φυλαχτό με μια μαγική καρδιά και είχε πει: «Όσο φορά αυτή τη χρυσή καρδιά, θα είναι ευτυχισμένος και χαρούμενος! Προσέξτε μην τη χάσει!»

Όλοι όσοι είχαν αναλάβει την ανατροφή του μικρού πρίγκιπα πρόσεχαν σαν τα μάτια τους τη χρυσή του καρδιά, από την οποία εξαρτιόταν η καλοσύνη και η χαρά του.

Μια μέρα όμως τον βρήκαν στον κήπο του παλατιού εντελώς αγνώριστο: θλιμμένο, μελαγχολικό, απελπισμένο. Δε χρειάστηκαν πολύ για να δουν ότι έλειπε η χρυσή καρδιά, που τόσο είχαν συνηθίσει να βλέπουν στο στήθος του.

Το πριγκιπόπουλο έπεσε να πεθάνει από τη στεναχώρια του. Όσο κι αν έψαξαν οι άνθρωποι του παλατιού, δε στάθηκε δυνατό να τη βρουν.

«Θα κάνω κι εγώ μια προσπάθεια», σκέφτηκε ο μικρός πρίγκιπας. «Δεν μπορεί να την κατάπιε η γη, κάπου θα τη βρω».

Την άλλη μέρα ξεκίνησε νωρίς με το χάραμα. Έψαξε στους πλατιούς δρόμους της πόλης και στα στενοσόκακα των φτωχοσυνοικιών, στα μαγαζιά και στις αυλές, στα περιβόλια και στα χωράφια. Κανένα αποτέλεσμα!

Είχε αρχίσει να νυχτώνει, όταν ο νεαρός πρίγκιπας, απογοητευμένος και κουρασμένος, θλιμμένος και πεινασμένος, χτύπησε την πόρτα του πρώτου χωριατόσπιτου που βρέθηκε μπροστά του.

Του άνοιξε ένα αγόρι της ηλικίας του και τον οδήγησε στο μοναδικό δωμάτιο του σπιτιού. Εκεί η μητέρα νανούριζε το μωρό της, ο πατέρας τακτοποιούσε τα σύνεργα της δουλειάς του στα ράφια του τοίχου, ένα δεκαεξάχρονο κορίτσι ετοίμαζε το τραπέζι και ο συνομήλικος νεαρός ξαναπήγε να φροντίσει το άναμμα της φωτιάς στο τζάκι.

Φαίνονταν όλοι τόσο χαρούμενοι! Το τραγούδι της μητέρας προς το μωρό, η ήρεμη και διασκεδαστική φωνή του πατέρα, καθώς διηγιόταν τα συμβάντα της μέρα, τα αστεία των δυο αδελφών και τα γέλια τους ακούγονταν κελαρυστά μες στη νύχτα.

«Μα πού είναι οι χρυσές καρδιές σας»; ρώτησε παραξενεμένο το πριγκιπόπουλο. «Πώς μπορείτε να είστε τόσο ευτυχισμένοι χωρίς τις χρυσές καρδιές σας;»

«Δεν καταλαβαίνω τι θες να πεις», του απάντησε χαμογελώντας η κοπέλα. «Φαίνεται ότι είναι κάποιο συναρπαστικό παραμύθι… Θα μας το πεις αργότερα, όταν, μετά το φαγητό, η μητέρα αρχίσει να μας διηγείται ιστορίες;»

Το πριγκιπόπουλο δεν καταλάβαινε τίποτα.

«Μπορώ να βοηθήσω κι εγώ σε κάτι;» ρώτησε, επειδή ένιωθε άβολα να στέκεται άπραγο, ενώ όλοι έκαναν κάτι.

«Ασφαλώς και μπορείς», απάντησε το αγόρι. «Έλα να με βοηθήσεις να σπάσουμε αυτά τα κλαδιά για τη φωτιά».

Το πριγκιπόπουλο βοήθησε το αγόρι να τσακίσει τα κλαριά, την κοπέλα να στρώσει το τραπέζι, τον πατέρα να τοποθετήσει στη σειρά τα εργαλεία του στα ράφια, ακόμα και τη μητέρα να στρώσει την κούνια του μωρού.

Χωρίς να το προσέξει και το ίδιο, ένιωθε τόσο χαρούμενο και ευτυχισμένο, που ξέχασε ότι δε φορούσε πια τη χρυσή καρδιά του και γελούσε ξένοιαστα με το γνωστό μουσικό γέλιο του που τόσο αγαπούσαν όλοι.

Μετά το λιτό φαγητό, βοήθησε να μαζέψουν τα πιάτα, έπαιξε με τα δυο αδέλφια, φαντάστηκαν ότι η φωτιά ήταν ένας απέραντος ήλιος που ζέσταινε και φώτιζε την πλάση. Άκουσε με απόλαυση τις ιστορίες της μητέρας και διηγήθηκε κι αυτός τη δική του ιστορία, για τη χρυσή καρδιά του, που η κοπέλα τη βρήκε καταπληκτική. Από καιρό σε καιρό το γέλιο του, μαζί με το γέλιο των άλλων παιδιών, ακουγόταν να σπάζει τη σιωπή της νύχτας.

«Είναι παράξενο», είπε το πριγκιπόπουλο, πιο πολύ σα να μιλούσε στον εαυτό του. «Είμαι τόσο χαρούμενος, σα να έχω βρει τη χρυσή καρδιά μου –κι ακόμα πιο πολύ».

«Και βέβαια την έχεις βρει, φίλε μου. Μόνο που τώρα τη φοράς μέσα σου –και δεν πρόκειται  να τη χάσεις ποτέ πια!» του είπε ο καινούργιος του φίλος.

(Ένα παραμύθι από την Ουγγαρία)

ΧΡΗΣΤΟΣ ΜΑΓΓΟΥΤΑΣ, Η σοφία των λαών, 111 θαυμάσιες ιστορίες από όλο τον κόσμο, εκδόσεις Φαντασία.

…

Η Γιώτα Κοτσαύτη επιλέγει κείμενα παιδικής λογοτεχνίας (παραμύθια ή ποιήματα), διήγηματα ή αποσπάσματα από βιβλία αγαπημένων λογοτεχνών.

Από τον Δεκέμβριο του 2014 φιλοξενούνται στη στήλη και ανέκδοτα κείμενα νέων δημιουργών.

Ένας εικονογράφος ή ζωγράφος καλείται να κάνει μία εικόνα με βάση αυτά.

Περιμένουμε τις εικόνες, τις προτάσεις, αλλά και τις ιστορίες σας στην ηλεκτρονική διεύθυνση yotakotsafti1@yahoo.gr
…
Τη σημερινή εικόνα έκανε η Μαρία Φλωριάν.


 Η Μαρία Φλωριάν-Φλωριανού γεννήθηκε το 1987 στην Αθήνα, όπου και μεγάλωσε. Σπούδασε 3D Animation και τώρα διανύει το τελευταίο έτος  στην Σχολή Καλών Τεχνών Φλώρινας. Της αρέσει να εικονογραφεί και να φτιάχνει δικά της κόμιξ και ιστορίες.  Ονειρεύεται μια μέρα οι κόσμοι που ζωγραφίζει να γίνουν αληθινοί για να μπορούμε να ζούμε όλοι ευτυχισμένοι.

Συνεργάζεται με τις εκδόσεις Φυλάτος και σύντομα θα κυκλοφορήσουν τα πρώτα παιδικά βιβλία που έχει εικονογραφήσει η ίδια.

Η σελίδα της Μαρίας στο  facebook:

…

Η σελίδα «Ένα κείμενο, μία εικόνα» στο facebook:



Τρίτη 23 Δεκεμβρίου 2014

Οι άγγελοι της Λιένας


«Μαμά, υπάρχουν αληθινοί άγγελοι;» ρώτησε η Λιένα.

«Δεν ξέρω, μωρό μου. Ίσως ναι, αλλά μάλλον δεν μοιάζουν όπως τους δείχνει αυτό το βιβλίο» είπε η μαμά δείχνοντας το βιβλίο που ξεφύλλιζε η τετράχρονη Λιένα.

«Εγώ θα πάω να ψάξω για να δω αν υπάρχουν και πώς είναι» είπε με παιδικό πείσμα η μικρή.

«Δεν είναι άσχημη ιδέα. Τι θα 'λεγες να 'ρθω κι εγώ μαζί σου, μωρό μου;»

«Δεν είμαι μωρό πια! Κοίτα πόσο ψηλή είμαι!»

«Έχεις δίκιο, αλλά είναι τόσο ωραία μέρα που θα 'θελα κι εγώ να κάνω μια βόλτα…»

Ξεκίνησαν λοιπόν μαζί, το κοριτσάκι τρέχοντας και πηδώντας, κι η μαμά σέρνοντας το κουτσό της πόδι.

Ξαφνικά, βλέπουν να έρχεται μια άμαξα που την οδηγούσε μια πεντάμορφη κοπέλα, με ξανθά μαλλιά και διαμάντια και κοσμήματα στο λαιμό και στα μπράτσα.

«Είσαι άγγελος;» τη ρώτησε η Λιένα όταν πλησίασε.

Η κοπέλα δεν απάντησε, αλλά κοίταξε λοξά και παγωμένα το παιδί. Ύστερα έδωσε μια στα γκέμια του αλόγου και αυτό τινάχτηκε μπροστά σαν αστραπή, γεμίζοντας με σκόνη την κακόμοιρη τη Λιένα. Η μαμά της την πήρε στην αγκαλιά της και της καθάρισε τα χείλη, το πρόσωπο και τα ρούχα από τη σκόνη.

«Δεν ήταν άγγελος» είπε η Λιένα.

«Μάλλον όχι» συμφώνησε η μητέρα.

Συνέχισαν τον δρόμο τους, το κορίτσι πηδώντας και τρέχοντας και η μητέρα σέρνοντας το κουτσό πόδι της.

Στη στροφή του δρόμου αντάμωσαν μια όμορφη κοπέλα ντυμένη στα ολόλευκα. Τα μάτια της ήταν φωτεινά σαν αστέρια και το πρόσωπό της λευκό σαν το χιόνι.

Η Λιένα έτρεξε και την αγκάλιασε.

«Εσύ είσαι πραγματικά άγγελος» της είπε. «Τώρα είμαι σίγουρη».

«Παλιόπαιδο!» έκανε αυτή θυμωμένη. «Μου λέρωσες το ολόλευκο φόρεμά μου! Πώς θα συναντήσω τώρα τον πρίγκιπα;»

Πραγματικά εκείνη τη στιγμή φάνηκε από μακριά ένας πρίγκιπας καβάλα στο άσπρο άλογό του. Η κοπέλα έσπρωξε βίαια τη μικρή από την αγκαλιά της, χωρίς καν να της περνά από το μυαλό πόσο πιο ελκυστική θα ήταν στα μάτια του νέου με ένα παιδί στην αγκαλιά.

Η Λιένα βρέθηκε για άλλη μία φορά χάμω, με σκόνη στα χείλη, στο πρόσωπο και στο φόρεμά της. Έβαλε τα κλάματα. Η μητέρα της την πήρε αγκαλιά και της σκούπισε τα ρούχα και τα δακρυσμένα μάτια.

«Ούτε αυτή ήταν άγγελος!» έβγαλε το συμπέρασμα.

«Μάλλον όχι» ξανάπε η μητέρα. «Ας βαδίσουμε όμως ακόμα λίγο. Μπορεί να βρούμε κάπου έναν πραγματικό άγγελο».

«Όχι, μαμά. Νιώθω τόσο κουρασμένη! Πώς θα γυρίσω με τα πόδια στο σπίτι μας;»

«Γιατί νομίζεις ότι ήρθα μαζί σου; Θα σε πάω εγώ αγκαλιά!»

Με το κοριτσάκι σφιχτά στην αγκαλιά της η μητέρα πήρε τον δρόμο της επιστροφής, τραγουδώντας του με χαμηλή φωνή τα αγαπημένα του τραγούδια.

Ξαφνικά η Λιένα σήκωσε το κεφαλάκι της από τον ώμο της μάνας της και την κοίταξε στα μάτια:

«Μανούλα, μήπως είσαι εσύ ο άγγελος;»

«Τι σκέψη κι αυτή, Λιενούλα! Πού ακούστηκε άγγελος με ντρίλινο φουστάνι;» απάντησε η μητέρα γελώντας καλόκαρδα.

(Ένα παραμύθι από τη Ρωσία)

ΧΡΗΣΤΟΣ ΜΑΓΓΟΥΤΑΣ

Η σοφία των λαών, 111 θαυμάσιες ιστορίες από όλο τον κόσμο, Εκδόσεις Φαντασία.
…

Η Γιώτα Κοτσαύτη επιλέγει κείμενα παιδικής λογοτεχνίας, διηγήματα ή αποσπάσματα από βιβλία αγαπημένων λογοτεχνών.

Από τον Δεκέμβριο του 2014 φιλοξενούνται στο ιστολόγιο και ανέκδοτα κείμενα νέων δημιουργών.

Ένας εικονογράφος ή ζωγράφος καλείται να κάνει μία εικόνα με βάση αυτά.

Περιμένουμε τις εικόνες, τις προτάσεις, αλλά και τις ιστορίες σας στην ηλεκτρονική διεύθυνση yotakotsafti1@yahoo.gr.

…
Τη σημερινή εικόνα έκανε η Μαρία Φλωριάν.

Η Μαρία Φλωριάν-Φλωριανού γεννήθηκε το 1987 στην Αθήνα, όπου και μεγάλωσε. Σπούδασε 3D Animation και τώρα είναι τεταρτοετής φοιτήτρια στην Σχολή Καλών Τεχνών Φλώρινας. Της αρέσει να εικονογραφεί και να φτιάχνει δικά της κόμιξ και ιστορίες.  Ονειρεύεται μια μέρα οι κόσμοι που ζωγραφίζει να γίνουν αληθινοί για να μπορούμε να ζούμε όλοι ευτυχισμένοι.

Αυτή την περίοδο εργάζεται στις εκδόσεις Φυλάτος και αναμένονται δύο παιδικά βιβλία που έχει εικονογραφήσει η ίδια.

...
Με αγάπη από τη Φλώρινα,
Γιώτα Κοτσαύτη.
…

Η σελίδα «Ένα κείμενο, μία εικόνα» στο facebook: