Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Διήγημα. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Διήγημα. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Δευτέρα 17 Ιανουαρίου 2022

Ο κύκνος

 


Στο πάρκο ήτανε μια λίμνη. Στη λίμνη ζούσε ένας κύκνος. Το μεγαλύτερο αξιοθέατο του πάρκου. Μια μέρα εξαφανίστηκε ο κύκνος. Τον κλέψανε κάτι αλήτες.

Ο Οργανισμός Δημοσίων Κήπων αγόρασε καινούργιο κύκνο. Δημιουργήθηκε ειδική θέση φύλακα για να προστατεύει τον κύκνο, να μην έχει την τύχη του προκατόχου του.

Η θέση αυτή ανατέθηκε σ’ έναν γεράκο που ζούσε μονάχος κι έρημος χρόνια ολόκληρα. Όταν ανέλαβε αυτή τη δουλειά, είχε αρχίσει να κάνει ψύχρα τα βράδια. Το πάρκο ήταν έρημο. Ενόσω περιπολούσε στη λίμνη, ο γέρος έριχνε μια ματιά στον κύκνο, αλλά μερικές φορές αφηνόταν να κοιτάζει τ’ αστέρια. Κρύωνε. Θα ήταν όμορφα, σκέφτηκε, να ρίξει μια ματιά στο μικρό εστιατόριο που είναι κοντά στο πάρκο. Άρχισε να βαδίζει προς τα κει αλλά θυμήθηκε τον κύκνο. Μπορεί να τον κλέβανε όσο θα έλειπε. Θα ‘χανε τη δουλειά του. Έπρεπε να το ξεχάσει λοιπόν.

Αλλά το κρύο συνέχισε να τον περονιάζει, μεγαλώνοντας τη μοναξιά του. Στο τέλος αποφάσισε να πάει στο εστιατόριο και να πάρει μαζί του τον κύκνο. Ακόμα κι αν ερχόταν κανείς στο πάρκο, όσο θα λείπανε, για ν’  αναπνεύσει τον καθαρό αέρα στην ομορφιά της φύσης, δεν θα πρόσεχε αμέσως την απουσία του κύκνου. Η νύχτα ήταν γεμάτη αστέρια βέβαια, αλλά δεν είχε φεγγάρι. Και, το πιο σπουδαίο, θα γυρίζανε γρήγορα.

Στο εστιατόριο τούς υποδέχτηκε ένα ανακουφιστικό κύμα ζεστού αέρα γεμάτο με γαργαλιστικές μυρωδιές από το μαγείρεμα των φαγητών. Ο γέρος έβαλε τον κύκνο να καθίσει απέναντί του στο τραπέζι και κάθισε κι αυτός. Έτσι μπορούσε να παρακολουθεί τον κύκνο, ενώ θα έτρωγε το φαγητό του. Για να ζεσταθεί, παράγγειλε ένα ποτηράκι βότκα.

Ενόσω έτρωγε μια μερίδα αρνίσιο κρέας, και το χαιρόταν μάλιστα πολύ, παρατήρησε ότι ο κύκνος τον κοίταζε με δυστυχισμένο ύφος. Ο γέρος λυπήθηκε το φτωχούλη κύκνο. Νιώθοντας την επιτιμητική ματιά του του κόπηκε κάθε όρεξη για φαΐ. Έπειτα του ήρθε μια ιδέα. Φώναξε τον σερβιτόρο και παράγγειλε ένα ψωμάκι και λίγη ζεστή μπίρα με ζάχαρη. Βούτηξε το ψωμάκι στην μπίρα και το ‘δωσε στον κύκνο, που γρήγορα ξαναβρήκε τα κέφια του. Μετά το φαγητό, ικανοποιημένοι και ξανανιωμένοι, ξαναγύρισαν στο πόστο τους.

Το άλλο βράδυ έκανε περισσότερο κρύο. Τ’ αστέρια φαίνονταν ασυνήθιστα λαμπερά και ο γερο-φύλακας ένιωθε το κάθε αστέρι σαν παγωμένο καρφί μπηγμένο στη ζεστή αλλά μοναχική καρδιά του. Ωστόσο, αντιστάθηκε στον πειρασμό να ξαναπάει, γι’  άλλη μια φορά, στο εστιατόριο.

Στο κέντρο της λίμνης φάνηκε ο κύκνος∙  τ’  άσπρα φτερά του άστραφταν κάτω απ’  το φως των αστεριών.

Η σκέψη ενός ζωντανού πλάσματος μέσα στο νερό, μια τέτοια παγωμένη νύχτα, έκανε τον γέρο ν’  ανατριχιάσει.

Ο φτωχούλης κύκνος άξιζε καλύτερη τύχη. Ο γερο-φύλακας ήταν σίγουρος ότι ο κύκνος θα καλοδεχόταν λίγη ζεστασιά και κάμποσο φαγητό.

Τον πήρε λοιπόν στην αγκαλιά του και τον κουβάλησε μαζί του στο εστιατόριο.

Άλλη μια νύχτα γεμάτη παγωνιά, κι ο γέρος να βασανίζεται απ’ τη θλίψη. Τούτη τη φορά το ‘χε πάρει απόφαση να μην πάει στο εστιατόριο γιατί, την προηγούμενη νύχτα, αφότου γύρισαν, ο κύκνος χόρευε και τραγουδούσε πολύ παράξενα.

Κάθισε λοιπόν στην άκρη της λίμνης, στο άδειο παγωμένο πάρκο, και κοίταζε τον ουρανό. Ξαφνικά, ένιωσε να του τραβάνε το παντελόνι. Ήταν ο κύκνος που κάτι του ζητούσε. Πήγανε λοιπόν.

Έναν μήνα αργότερα, τόσο ο φύλακας όσο και ο κύκνος απολύθηκαν από τη δουλειά τους. Ο κύκνος: τον είδανε να κολυμπάει περίεργα στο νερό, ακόμα και τη μέρα. Μια μητέρα που είχε φέρει τα παιδάκια της στο πάρκο για να δουν τον κύκνο, παραπονέθηκε στις αρχές, από καθαρό ενδιαφέρον, βέβαια, για τη νεολαία.

Ακόμη και στην κατώτερη θέση, ο κάτοχός της, πρέπει να έχει κάποιες ηθικές αρχές.

Slavomir Mrozek

 

Παρασκευή 29 Νοεμβρίου 2019

Μέσα από κόκκινο κουτί ξεπήδησε η αγάπη



«Μερικοί άνθρωποι είναι τόσο φτωχοί,
που το μόνο που έχουν είναι χρήματα.»

Καθισμένος άλλοτε στα σκαλοπάτια, άλλοτε κάτω από το μικρό σκέπαστρο της πλαϊνής πόρτας, άλλοτε στο πεζουλάκι του δρόμου, ήταν πάντα εκεί. Κάποιες φορές τον έδιωχναν. Κάποιες άλλες, όταν έβρεχε για παράδειγμα, ένας λίγο πιο συμπονετικός υπάλληλος τού επέτρεπε να μένει κάτω από τη σκεπούλα.
Τα μοναδικά του υπάρχοντα μία μακρόστενη χαρτόκουτα και μία τριμμένη κουβέρτα. Οι περισσότεροι άνθρωποι, όταν τον αντίκριζαν, γύριζαν τα κεφάλια τους αλλού. Τον προσπερνούσαν σαν να μην υπάρχει. Στα σπίτια τους θα είχαν σίγουρα ζέστη, ένα στρωμένο τραπέζι, μια αγκαλιά. Γιατί να τους απασχολεί εκείνος;
Ευτυχώς δεν ήταν όλοι έτσι. Ένα μικρό κοριτσάκι περνούσε κάπου κάπου και του χάριζε μια ζωγραφιά. Μία κυρία του πρόσφερε συχνά φαγητό. Ένας άντρας στην ηλικία του του έδωσε μια παγωμένη βραδιά τον σκούφο και τα γάντια που φορούσε. Και λίγες μέρες πριν τα Χριστούγεννα άφησαν την ώρα που κοιμόταν ένα πακέτο με κόκκινο γυαλιστερό περιτύλιγμα στο προσκεφάλι του.
Εκείνη τη νύχτα είχε μείνει στο γραφείο ως αργά. Ήταν ένας απ’ αυτούς που γύριζε αλλού το κεφάλι όταν τον συναντούσε. Όμως ούτε στρωμένο τραπέζι τον περίμενε στο ζεστό σπίτι του, ούτε αγκαλιά. Δούλευε πολλές ώρες. Είχε μία από τις υψηλότερες θέσεις στην εταιρεία.
Εκείνη τη νύχτα είχε αποφασίσει να μείνει στη δουλειά ως αργά για να τακτοποιήσει ορισμένες εκκρεμότητες. Όλο το απόγευμα άκουγε τους συναδέλφους του να κανονίζουν πού και πώς θα περνούσαν τις γιορτές. Δεν τον πολυπλησίαζαν. Ήταν αυστηρός, ακατάδεκτος, αδίστακτος. Τελείωσε λίγο πριν ξημερώσει αδιαφορώντας για τον φύλακα που είχε εντολή να περιμένει μέχρι να φύγει. Βγαίνοντας το τσουχτερό κρύο τον αιφνιδίασε δυσάρεστα. Κατσούφιασε κι άλλο, σήκωσε τον γιακά του και προχώρησε. Το πρόσωπό του ήταν τόσο σκοτεινό. Λες και κουβαλούσε πάνω του τα προβλήματα όλου του κόσμου. Δυο απλωμένα χέρια τον σταμάτησαν. Του έτειναν ένα κόκκινο γυαλιστερό κουτί. Για λίγα δευτερόλεπτα οι δύο άντρες κοιτάχτηκαν στα μάτια.
Μπορεί η αγάπη να ξεπηδήσει από ένα κόκκινο κουτί;
Κι όμως μπορεί!
Ο άνθρωπος που δέχτηκε εκείνο το τόσο απρόσμενο δώρο δεν ξαναείδε ποτέ τον άστεγο που ζούσε έξω από την εταιρεία. Πολλές φορές το σκέφτηκε: υπήρξε άραγε στην πραγματικότητα ή ήταν μία οπτασία που ήρθε να του δείξει τις αλήθειες της ζωής;
Κι όμως, παρόλο που δεν βρίσκεται πια εκεί, στη γνώριμη χαρτόκουτα με την τριμμένη κουβέρτα, τον συναντάει ακόμα και θα τον συναντάει για πάντα: στα βλέμματα όλων των ναυαγισμένων ανθρώπων που από εκείνη τη μέρα βοήθησε να αλλάξουν τις ζωές τους.
Ναι, μέσα από κόκκινο κουτί ξεπήδησε η αγάπη!

Γιώτα Κοτσαύτη
Το κείμενο γράφτηκε το 2016 για το παιχνίδι «Φωτογραφίες που εμπνέουν», με αφορμή μία φωτογραφία και τον τίτλο που έδωσε η Μαρίνα Τσικριτέα.

Δευτέρα 25 Ιουνίου 2018

Τα γάντια


Ο Χρήστος ξύπνησε λίγο πριν ξημερώσει. Τι κρύο ήταν αυτό! Έφαγε κάτι, ντύθηκε όσο πιο χοντρά μπορούσε και βγήκε. Κάποιος έπρεπε να φέρει προσάναμμα για τη σόμπα. Ετοίμασε το κάρο και τράβηξε κατά τον μαχαλά που έμενε προσωρινά η θεία του η Βαγγελίτσα.
Δεκαπέντε χρονών παλικαράκι παίδευε το μυαλό του χωρίς αποτέλεσμα. Ποιος ήταν αυτός που άναψε το φυτίλι και τους άφηνε να καίγονται; Έλληνες να σκοτώνουν Έλληνες. Τι ντροπή! Άραγε θα μπορούσε να απαντήσει κανείς στα «γιατί» του;
-Θεία Βαγγελιώ, καλημέρα. Πάω κατά το χωριό. Χρειάζεσαι τίποτα;
Αδελφή της μάνας του ήταν, χήρα κι εκείνη, ένιωθε χρέος να τη βοηθήσει όσο μπορούσε.
Πριν προλάβει ν’ απαντήσει η Βαγγελιώ, πετάχτηκε ο γιος της, ο Τασούλης, που ετοιμαζόταν για το σχολείο.
-Μάνα, μανούλα, να πάω κι εγώ;
Τα μάτια του έλαμπαν από τη λαχτάρα. Μεγάλη αδυναμία είχε στον Χρήστο.
Η γυναίκα κοντοστάθηκε. Θυμήθηκε το όνειρο που είδε το βράδυ κι έφτυσε τον κόρφο της. Ήταν και το σχολείο στη μέση. Όχι, δεν θα τον άφηνε.
Κάτι είπαν τα δύο αγόρια, δεν άκουσε τι, και τώρα γελούσαν. Από πότε, αλήθεια, είχε δει τον γιο της να γελάει έτσι;
-Τασούλη πουλί μου, να πας. Στάσου να σου ετοιμάσω μόνο κάτι να φας.
Ο Τάσος έπεσε στην αγκαλιά της.
-Θα φέρω και κοτσάνια για τη σόμπα! φώναξε χτυπώντας παλαμάκια, μα ξαφνικά σκυθρώπιασε.
-Τι έπαθες, γιαβρί μου;
-Δεν έχω γάντια, μανούλα. Ξέχασες; Τα πήρε χθες ο Μαύρος και τα ξέσκισε.
Πράγματι, το σκυλί των γειτόνων είχε καταστρέψει την προηγούμενη μέρα τα γάντια του παιδιού.
-Μη χολοσκάς γι’ αυτό. Πήγαινε κι εγώ αρχίζω τώρα κιόλας να σου πλέκω άλλα.
Τον τύλιξε σφιχτά σφιχτά με μια παλιά στρατιωτική χλαίνη, του έδωσε να τρώει ένα ξεροκόμματο μπομπότα με δυο-τρεις τσιγαρίδες, τον σταύρωσε και τον πήγε ως την πόρτα. Ο ανιψιός της περίμενε πάνω στο κάρο.

Ο χειμώνας στο Αμύνταιο ήταν πάντα τσουχτερός, μα εκείνη τη χρονιά είχε ξεπεράσει κάθε προηγούμενο. Τα χιόνια δεν έλεγαν να λιώσουν. Η θερμοκρασία ήταν για βδομάδες κάτω από το μηδέν. «Στάζει και παγώνει» μουρμούριζαν οι κάτοικοι της περιοχής και κοίταζαν ανήσυχοι από τα παράθυρα. Δεν θα ερχόταν ποτέ πια αυτή η άνοιξη; Δεν θα ερχόταν ποτέ πια αυτή η ειρήνη; Καλός πόλεμος δεν υπήρχε βέβαια. Ο εμφύλιος όμως ήταν ο χειρότερος απ’ όλους. Ο πιο καταραμένος.
Τα δόντια του Τασούλη χτυπούσαν μεταξύ τους. Η μύτη του, τα χέρια του είχαν μελανιάσει. Ο Χρήστος στριφογύριζε στη θέση του ανήσυχος. Αν πάθαινε κάτι το παιδί, θα είχε το κρίμα στον λαιμό του.
Για καλή τους τύχη σε λίγη ώρα τούς πλησίασε μια πομπή από στρατιωτικά αυτοκίνητα. Ένα σταμάτησε. Ήταν δικοί τους.
-Παλικάρι, δεν αφήνεις το παιδί να ‘ρθει μαζί μου πριν ξεπαγιάσει; του είπε ο οδηγός.
Ο Χρήστος εμπιστεύτηκε χαρούμενος το ξαδερφάκι του στον φαντάρο και συνέχισε τον δρόμο του.
Για λίγη ώρα το παιδί δεν μπορούσε ούτε τα χείλια του να κουνήσει. Σιγά σιγά ζεστάθηκε, ξεθάρρεψε, λύθηκε η γλωσσίτσα του. Η διαδρομή ήταν ευχάριστη. Τόσο που λυπήθηκε όταν έφτασε στον προορισμό του.
Αφού ευχαρίστησε τον ευγενικό νεαρό, έκανε να κατέβει. Ο πάγος ήταν χοντρός. Τα λαστιχένια παπούτσια του γλιστρούσαν. Πριν καλά καλά το καταλάβει, βρέθηκε πεσμένος ανάσκελα, με το κεφάλι κάτω ακριβώς από την πίσω ρόδα του οχήματος. Δεν πρόλαβε ούτε να φωνάξει…
Μάταια ο οδηγός του επόμενου αυτοκινήτου κόρναρε φρενιασμένα.
Το κακό είχε γίνει.
«Γιαβρί μου. Τζιγιέρι μου» έκλαιγε και κοπανιόταν η μάνα.
«Αγοράκι μου. Σπλάχνο μου» ούρλιαζε.
Η μαντήλα της έφυγε. Λύθηκαν τα μακριά μαλλιά κι έπεσαν στα μάτια της.
«Τα βλέπετε; Πριν φύγει τα ξεκίνησα. Πριν φύγει άρχισα να τα πλέκω» έλεγε και ξανάλεγε και σήκωνε ψηλά τα μισοπλεγμένα γάντια. Κι έπειτα τα έσφιγγε με δύναμη στο στήθος. Λες κι έσφιγγε στην πονεμένη αγκαλιά το παιδί της…

Γιώτα Κοτσαύτη

(Κείμενο βασισμένο σε αληθινή ιστορία. Στην πραγματικότητα πρόκειται για τον αδερφό, τον ξάδελφο και τη θεία της γιαγιάς μου)

Πηγή φωτογραφίας:

 https://xiromeritissa.wordpress.com/tag/%CF%80%CF%8E%CF%82-%CF%80%CE%BB%CE%AD%CE%BA%CF%89-%CE%B3%CE%AC%CE%BD%CF%84%CE%B9%CE%B1-%CE%BC%CE%B5-%CE%B4%CE%AC%CF%87%CF%84%CF%85%CE%BB%CE%B1/


Σάββατο 26 Μαΐου 2018

Ο μικρός Φλωρεντίνος γραφέας


Ήταν στην τετάρτη Δημοτικού. Ένας χαριτωμένος Φλωρεντίνος δώδεκα χρονών, με μαλλιά μαύρα κι άσπρο πρόσωπο, γιος ενός σιδηροδρομικού υπαλλήλου, που ζούσε πολύ στενάχωρα, επειδή είχε μεγάλη οικογένεια κι ο μισθός του ήταν μικρός. Ο πατέρας του τον αγαπούσε πολύ κι ήταν καλός κι επιεικής μαζί του –επιεικής σε όλα, εκτός απ’ ό,τι είχε σχέση με την εκπαίδευσή του. Στο ζήτημα αυτό ήταν πολύ αυστηρός κι είχε μεγάλες απαιτήσεις, γιατί το παιδί έπρεπε να τελειώσει γρήγορα το σχολείο και να πιάσει δουλειά, για να βοηθά την οικογένεια. Το παιδί μελετούσε, ο πατέρας όμως δεν έπαυε να το παρακινεί να μελετάει ακόμα περισσότερο. Ήταν αρκετά ηλικιωμένος ο πατέρας, η πολλή δουλειά τον είχε γεράσει πρόωρα. Κι όμως, για ν’ αντιμετωπίσει τις ανάγκες του σπιτιού, εκτός απ’ τη δουλειά του, έπαιρνε απ’ όπου έβρισκε κι άλλες γραφικές δουλειές, που τις έκανε στο σπίτι, και περνούσε αρκετές ώρες της νύχτας γράφοντας. Τελευταία είχε αναλάβει από έναν εκδοτικό οίκο να γράψει σε κάρτες τα ονόματα και τις διευθύνσεις των συνδρομητών μιας εφημερίδας και κέρδιζε τρεις λιρέτες για κάθε πεντακόσιες κάρτες.

Όμως η δουλειά αυτή τον κούραζε πολύ και παραπονιόταν συχνά στην οικογένειά του:

-Πονάνε τα μάτια μου… έλεγε. Αυτή η δουλειά της νύχτας με σακατεύει.

Μια μέρα του είπε ο γιος του:

-Πατέρα, άφησέ με να κάνω εγώ αυτή τη δουλειά αντί για σένα. Ο γραφικός μου χαρακτήρας είναι ακριβώς όμοιος με το δικό σου.

Μα ο πατέρας τού απάντησε:

-Όχι, παιδί μου. Εσύ πρέπει να μελετάς. Το σχολείο σου είναι πιο σπουδαίο απ’ τις κάρτες που γράφω. Θα αισθανόμουν τύψεις, αν αφαιρούσε έστω και μιαν ώρα απ’ τη μελέτη σου. Σ’ ευχαριστώ, μα δεν το θέλω και μη μου το ξαναπείς.

Το παιδί ήξερε καλά πως ήταν περιττό να επιμείνει σ’ αυτό το ζήτημα με τον πατέρα του και δεν επέμεινε. Γνώριζε ότι ακριβώς τα μεσάνυχτα ο πατέρας του άφηνε το γράψιμο και πήγαινε για ύπνο. Μια νύχτα περίμενε ώσπου ν’ αποκοιμηθεί, ντύθηκε σιγά σιγά, πήγε στο μικρό γραφείο, άναψε τη λάμπα του πετρελαίου, κάθισε μπροστά στο τραπεζάκι, όπου ήταν οι κάρτες κι ο κατάλογος των συνδρομητών, κι άρχισε να γράφει, μιμούμενος ακριβώς το γραφικό χαρακτήρα του πατέρα του.

Κι έγραφε με όρεξη, ευχαριστημένος, με κάποιο μόνο φόβο, και οι κάρτες όλο και πλήθαιναν. Από καιρό σε καιρό άφηνε την πένα, για να τρίψει τα χέρια του, κι έπειτα ξανάρχιζε με περισσότερη προθυμία, προσέχοντας να μην κάνει θόρυβο. Έγραφε, έγραφε… Ύστερα σταμάτησε, έβαλε την πένα στη θέση της, έσβησε τη λάμπα και ξαναγύρισε στο κρεβάτι του πατώντας στις μύτες των ποδιών του.

Την άλλη μέρα, το μεσημέρι, ο πατέρας του ήταν χαρούμενος στο τραπέζι. Δεν είχε καταλάβει τίποτε. Γιατί τη δουλειά την έκανε μηχανικά, μετρώντας μονάχα τις ώρες κι έχοντας αλλού το νου του, και τις κάρτες δεν τις μετρούσε παρά την άλλη μέρα. Κάθισε στο τραπέζι χαρούμενος και χτυπώντας στον ώμο το παιδί του:

-Ε, Τζούλιο, του είπε, ο πατέρας σου είναι ακόμα καλός εργάτης. Σε δυο ώρες χτες το βράδυ έκανα ένα σωρό δουλειά. Τα χέρια μου δουλεύουν ακόμα γρήγορα και τα μάτια μου κάνουν καλά το καθήκον τους.

Κι ο Τζούλιο, ευχαριστημένος, έλεγε από μέσα του: «Τον καημένο τον πατέρα, εκτός από το κέρδος, του δίνω και την ικανοποίηση να νομίζει πως έχει ξανανιώσει. Θάρρος λοιπόν…»

Ικανοποιημένος από την πρώτη του επιτυχία, την ακόλουθη νύχτα, αφού ο πατέρας του τα μεσάνυχτα σηκώθηκε και πήγε για ύπνο, ο Τζούλιο άφησε το κρεβάτι του και στρώθηκε πάλι στη δουλειά. Κι αυτό γινόταν κάμποσες νύχτες. Κι ο πατέρας δεν καταλάβαινε τίποτε. Μόνο μια βραδιά, καθώς έτρωγαν, είπε:

-Περίεργο, τόσο πετρέλαιο ξοδεύουμε σ’ αυτό το σπίτι τώρα τελευταία…

Ο Τζούλιο ταράχτηκε, αλλά η συζήτηση δεν προχώρησε πιο πέρα. Και η νυχτερινή δουλειά εξακολούθησε. Μα επειδή έκοβε έτσι από τον ύπνο του κάθε νύχτα και δεν αναπαυόταν αρκετά, το πρωί ήταν πάντα κουρασμένος και το βράδυ, όταν μελετούσε, μόλις και μετά βίας κρατούσε τα μάτια του ανοιχτά. Ένα βράδυ, για πρώτη φορά στη ζωή του, αποκοιμήθηκε πάνω στο τετράδιο.

-Άιντε, άιντε! του φώναξε ο πατέρας του, χτυπώντας τα χέρια του. Στη δουλειά, εμπρός! 

Ο Τζούλιο ξύπνησε τρομαγμένος και συνέχισε το γράψιμο. Αλλά και την άλλη βραδιά έγινε πάλι το ίδιο και χειρότερα. Ο πατέρας του άρχισε να του κάνει παρατηρήσεις, έπειτα ν’ ανησυχεί και στο τέλος τον μάλωσε κιόλας. Ποτέ δεν είχε αναγκαστεί να το κάνει αυτό.

-Τζούλιο, του είπε ένα πρωί, δεν είσαι ο ίδιος όπως πριν. Κι αυτό δε μου αρέσει. Πρόσεχε, όλες οι ελπίδες της οικογένειας στηρίζονται σ’ εσένα. Είμαι πολύ δυσαρεστημένος, καταλαβαίνεις;

Μ’ αυτό το αυστηρό μάλωμα ο μικρός ταράχτηκε. Και είπε μέσα του: «Σωστά. Δεν μπορεί να πάει έτσι το πράγμα. Πρέπει να τελειώσει αυτό το ψέμα».

Αλλά το ίδιο βράδυ στο τραπέζι άκουσε τον πατέρα του να λέει χαρούμενος:

-Ξέρετε, αυτό το μήνα κέρδισα τριάντα δύο λιρέτες παραπάνω από τον περασμένο μήνα από τις κάρτες.

Και, λέγοντας αυτά, έβγαλε ένα χαρτί με γλυκά, που τα είχε αγοράσει για να γιορτάσει με τα παιδιά του το έκτακτο κέρδος. Τότε ο Τζούλιο πήρε πάλι θάρρος και είπε μέσα του: «Όχι, φτωχέ πατέρα, δε θα πάψω να σε ξεγελάω… θα κάνω κάθε προσπάθεια να μελετάω την ημέρα, αλλά τη νύχτα θα εξακολουθήσω να δουλεύω για σένα και την οικογένειά μας».

Κι ο πατέρας συνέχισε:

-Τριάντα δύο λιρέτες παραπάνω! Είμαι ευχαριστημένος… Αλλά αυτός εκεί -κι έδειξε τον Τζούλιο- μου δίνει τόσες λύπες.

Ο Τζούλιο δέχτηκε το μάλωμα σιωπηλά, μόλις και μετά βίας συγκρατώντας δυο δάκρυα, που ήταν έτοιμα να κυλήσουν στα μάτια του.

Κι εξακολούθησε να δουλεύει με κόπο. Μα η πολλή κούραση τον έκανε κάποια στιγμή να μην μπορεί πια ν’ αντέξει. Η κατάσταση αυτή κράτησε δυο μήνες. Ο πατέρας του εξακολουθούσε να τον μαλώνει. Και μια μέρα πήγε να ζητήσει πληροφορίες από το δάσκαλο. Αυτός του είπε:

-Ναι, κάτι συμβαίνει. Δεν έχει πια την όρεξη που είχε πριν. Νυστάζει, χασμουριέται, είναι πάντα αφηρημένος. Οι εκθέσεις του είναι μικρές, γραμμένες βιαστικά, κακογραμμένες. Ω, θα μπορούσε να κάνει περισσότερα, μα πολύ περισσότερα.

Εκείνο το βράδυ ο πατέρας πήρε παράμερα το παιδί και του είπε τα πιο βαριά λόγια που είχε ακούσει από το στόμα του ποτέ ο μικρός:

-Τζούλιο, βλέπεις πώς δουλεύω, πώς φθείρω τη ζωή μου για την οικογένειά μας. Εσύ όμως δεν παίρνεις παράδειγμα από μένα. Είσαι άκαρδος για τ’ αδέρφια σου, για τη μάνα σου…

-Α, όχι!... Μην το λες αυτό, πατέρα! φώναξε το παιδί ξεσπώντας σε κλάμα. Κι ήταν έτοιμος να τα πει όλα. Μα ο πατέρας του τον έκοψε λέγοντας:

-Γνωρίζεις την κατάσταση της οικογένειας. Ξέρεις ότι χρειάζεται καλή θέληση και θυσίες απ’ όλους μας. Κι εγώ ο ίδιος, βλέπεις, αναγκάστηκα να διπλασιάσω τη δουλειά μου.

Ο Τζούλιο συγκρατήθηκε και δεν είπε τίποτε. Πάντα έλπιζε πως κάποια νύχτα θα ξυπνούσε ο πατέρας τους και θα τον έπιανε ή ότι θα καταλάβαινε την καλοσύνη του τυχαία, μετρώντας τις κάρτες. Έτσι θα τελείωναν όλα πολύ φυσικά…

Ένα βράδυ, στο τραπέζι, βλέποντας η μητέρα του πόσο ήταν πιο αδύνατος και χλωμός, του είπε:
-Τζούλιο, μου φαίνεσαι σαν άρρωστος.

Κι έπειτα, γυρίζοντας κατά τον πατέρα του, του είπε φοβισμένη:

-Ο Τζούλιο είναι άρρωστος. Κοίτα πόσο χλωμός είναι. Τζούλιό μου, τι αισθάνεσαι; 

Ο πατέρας τού έριξε μια γρήγορη ματιά κι είπε:

-Η συνείδησή του τον αρρωσταίνει… Δεν ήταν έτσι τον καιρό που μελετούσε, τότε που ήταν επιμελής μαθητής και παιδί με καρδιά.

-Μα είναι άρρωστος! φώναξε η μητέρα του.

-Δε μ’ ενδιαφέρει πια γι’ αυτόν, απάντησε ο πατέρας.

Τα λόγια αυτά καρφώθηκαν σαν μαχαιριά στην καρδιά του φτωχού Τζούλιο. Δεν τον ενδιέφερε πια!... Ο πατέρας του, που άλλοτε έτρεμε αν τον άκουγε να βήχει…

Έτσι, πήρε την απόφαση να τα πει όλα, γιατί δεν γινόταν πια αλλιώς. 

Όμως, μ’ όλα αυτά, εκείνη τη νύχτα σηκώθηκε πάλι, περισσότερο από συνήθεια παρά από άλλο τίποτε. Θέλησε ν’ αποχαιρετίσει το γράψιμο των καρτέλων, να ξαναδεί για λίγες στιγμές, στην ησυχία της νύχτας, για τελευταία φορά αυτό το καμαράκι, όπου είχε δουλέψει κρυφά τόσες νύχτες, με την ψυχή γεμάτη από ικανοποίηση και τρυφερότητα. Και όταν ξαναβρέθηκε μπροστά από το τραπεζάκι, με τη λάμπα αναμμένη, και είδε τις άσπρες ταινίες, πάνω στις οποίες δε θα ξαναέγραφε πια τα ονόματα των ανθρώπων και τις διευθύνσεις τους, που τα ‘χει μάθει απόξω, ένιωσε μιαν απέραντη θλίψη και με μια σβέλτη κίνηση ξαναπήρε την πένα, για να ξαναρχίσει τη συνηθισμένη δουλειά του. Αλλά καθώς άπλωσε το χέρι, σκόνταψε σ’ ένα βιβλίο, που έπεσε κάτω με θόρυβο. Το αίμα τού ανέβηκε στο κεφάλι. Αν ξυπνούσε ο πατέρας του;… Δε θα τον έπιανε, βέβαια, πάνω σε καμιά κακή πράξη. Κι όμως, το ν’ ακούσει τα βήματά του στο σκοτάδι να πλησιάζουν, να τον πιάσει αυτή την ώρα, μέσα σ’ εκείνη τη σιωπή, η σκέψη ότι ο πατέρας του θα δοκίμαζε κάποια ταπείνωση μπροστά του, όταν θα μάθαινε τα καθέκαστα, όλα αυτά σχεδόν τον τρόμαζαν. Τέντωσε τ’ αυτί, κρατώντας την αναπνοή του.. Δεν άκουσε θόρυβο…

Όλο το σπίτι κοιμόταν. Ο πατέρας του δεν είχε ακούσει. Ησύχασε. Κι άρχισε και πάλι να γράφει. Κι οι κάρτες όλο και πλήθαιναν. Άκουσε το ρυθμικό βηματισμό μιας περιπόλου κάτω στον έρημο δρόμο, έπειτα το θόρυβο μιας άμαξας που σταμάτησε απότομα, ύστερ’ από λίγο μια σειρά κάρα που περνούσαν γοργά, μετά πάλι σιωπή. Κι έγραφε, έγραφε…

Στο μεταξύ, ο πατέρας του βρισκόταν πίσω του… Είχε ξυπνήσει από τον κρότο που έκανε το βιβλίο όταν έπεσε κι από το θόρυβο που έκαναν τα κάρα καθώς περνούσαν. Μπήκε στο καμαράκι δίχως ν’ ακουστεί. Στεκόταν εκεί, με το ασπρισμένο του κεφάλι πάνω απ’ το μαύρο κεφαλάκι του Τζούλιο, κι έβλεπε την πένα του να τρέχει πάνω στις κάρτες… Και σε μια στιγμή τα μάντεψε όλα, τα θυμήθηκε όλα. Και μια απελπισμένη μετάνοια, μια τρυφερότητα απέραντη του πλημμύρισε την ψυχή και τον κρατούσε καρφωμένο εκεί, πίσω από το παιδί του.

Ξάφνου, ο Τζούλιο έβγαλε μια δυνατή κραυγή. Δυο χέρια που έτρεμαν τον αγκάλιασαν σφιχτά.

-Πατέρα!... Πατέρα! Συγχώρεσέ με, φώναξε αναγνωρίζοντας τον πατέρα του που έκλαιγε.

-Εσύ να με συγχωρήσεις! απάντησε ο πατέρας του συγκινημένος. Τα ξέρω όλα, τα κατάλαβα, και τώρα εγώ σου ζητώ συγγνώμη, αγαπημένο και γλυκό παιδί μου!... Σήκω, πάμε, έλα μαζί μου…

Και τον έφερε στο κρεβάτι της μητέρας του, που είχε ξυπνήσει κι αυτή. Τον έριξε στην αγκαλιά της λέγοντας:

-Φίλησε τον άγγελο αυτόν, που επί τρεις μήνες δεν κοιμάται και δουλεύει για μένα. Κι εγώ του πίκρανα τόσο την καρδιά, αυτουνού που κερδίζει το ψωμί μας…

Η μητέρα τον έσφιξε στην αγκαλιά της και τον κράτησε στο στήθος της δίχως να μπορεί να βγάλει λέξη. Έπειτα του είπε δακρυσμένη:

-Στο κρεβάτι γρήγορα, παιδάκι μου, να κοιμηθείς, να ξεκουραστείς…

Ο πατέρας του τον σήκωσε στα χέρια του και τον πήγε στο δωμάτιό του. Τον έγδυσε και, τον έβαλε να κοιμηθεί, ενώ διαρκώς τον φιλούσε και τον χάιδευε.

Ο Τζούλιο, καθώς ήταν κουρασμένος, αποκοιμήθηκε έναν ύπνο γαλήνιο, γλυκό, με όνειρα ευχάριστα. Κι όταν άνοιξε τα μάτια του, ο ήλιος έλαμπε παντού. Κοίταξε ολόγυρα κι είδε σιμά στο στήθος του ακουμπισμένο το άσπρο κεφάλι του πατέρα του, που είχε περάσει τη νύχτα δίπλα του, κι ακόμη κοιμόταν, με το μέτωπο ακουμπισμένο πάνω στην καρδιά του παιδιού του.

ΕΝΜΟΝΤΟ ΝΤΕ ΑΜΙΤΣΙΣ
Χάρη Σακελλάριου, Παγκόσμια Ανθολογία Διηγήματος για παιδιά και νέους, εκδόσεις Άγκυρα

Η Γιώτα Κοτσαύτη επιλέγει κείμενα παιδικής λογοτεχνίας (παραμύθια ή ποιήματα), διηγήματα ή αποσπάσματα από βιβλία αγαπημένων λογοτεχνών.

Ένας εικονογράφος ή ζωγράφος καλείται να κάνει μία εικόνα με βάση το κείμενο που θα αναλάβει.

Περιμένουμε τις εικόνες, τις προτάσεις, αλλά και τις ιστορίες σας στην ηλεκτρονική διεύθυνση yotakotsafti1@yahoo.gr
Την εικόνα έκανε η Πανωραία Χριστοπούλου.

Ονομάζομαι Πανωραία Χριστοπούλου και γεννήθηκα το 1993 στο Αίγιο. Ζωγραφίζω ερασιτεχνικά και χρησιμοποιώ ό,τι μέσα έχω διαθέσιμα, από νερομπογιές, μαρκαδόρους και ξυλομπογιές μέχρι και ψηφιακή ζωγραφική. Έχω σπουδάσει Πληροφορική και μου αρέσει να συνδυάζω την τεχνολογία με την τέχνη μέσω της φωτογραφίας-βίντεο, αλλά και μέσω του 3D modeling και του προγραμματισμού. Επίσης φτιάχνω κατασκευές, κούκλες και αγαλματίδια. 
Με αγάπη από τη Φλώρινα,
Γιώτα Κοτσαύτη.
Η σελίδα του «Ένα κείμενο, μία εικόνα» στο facebook: