Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Πόπη Καραβασίλη. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Πόπη Καραβασίλη. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Πέμπτη 6 Φεβρουαρίου 2025

Ο Μάρτης, η μαργαρίτα και οι «πότε ακούω»


Μια φορά κι έναν καιρό, στη σχισμή του περβαζιού ενός παραθύρου, βλάστησε μια μικρή μαργαρίτα. Το χώμα ήταν λιγοστό αλλά μπορούσε να βλέπει όλα τα περίεργα που συνέβαιναν στο δωμάτιο που βρισκόταν πίσω από το παραθύρι. Εκεί έμενε ένα μάλλον γκρινιάρικο αγόρι, ο Μάρτης. Τα έντεκα αδέλφια του, που ζούσαν στα παραδίπλα δωμάτια, τον επισκέπτονταν καθημερινά, διαφορετικές ώρες ο καθένας. Όλοι τους ήταν κάπως… αλλόκοτοι. Πότε άκουγαν και πότε δεν άκουγαν.

Το φυτό αποφάσισε να ξεδιαλύνει το μυστήριο και να καταλάβει σε ποιες περιπτώσεις έχαναν την ακοή τους. Αφού, λοιπόν, τους παρατήρησε πολλές φορές, κατέληξε στο συμπέρασμα ότι κάποια λόγια που έλεγε ο Μάρτης δεν έφταναν ποτέ στα αυτιά τους. Αυτά ήταν τα:

«Όχι, δεν θέλω να πάω βόλτα. Την τελευταία φορά που πήγα με τον Ιανουάριο στα χιονισμένα βουνά, ο ήλιος έκανε τα μάτια μου να πονάνε. Προτιμώ να μείνω μέσα. Σε παρακαλώ, μη μου το ξαναζητήσεις».

Μα εκείνοι, καθημερινά, έλεγαν: «Έλα, πάμε μια βόλτα».

Η μαργαρίτα, όπως όλα τα φυτά, ήταν φτιαγμένη από χρώματα, αποδοχή και ησυχία και καθόλου δεν υποπτεύθηκε ότι τα αγόρια άκουγαν αλλά δεν μπορούσαν να δεχτούν την επιθυμία του αδελφού τους. Γι’ αυτό τα ονόμασε: οι «πότε ακούω». Κατάλαβε, όμως, πως οι «πότε ακούω» δεν θα κατάφερναν να περπατήσουν με τον Μάρτη στην εξοχή και αποφάσισε να αναλάβει δράση. Γέμισε το παραθύρι με χαρούμενα άνθη  και περίμενε.

Το επόμενο πρωί το αγόρι έτρεξε κοντά της.

«Μαργαρίτες! Πόσο όμορφες, σαν γελαστοί ήλιοι!» ψιθύρισε

Έκοψε ένα μπουκέτο κι έτρεξε χαρούμενος στον κήπο φωνάζοντας: «Ε, αδέλφια, πάμε μια βόλτα;»

Πόπη Καραβασίλη

 

 

Γράφτηκε στα πλαίσια του εργαστηρίου δημιουργικής γραφής «Σύντομα παραμύθια για τους μήνες», των Εκδόσεων Αλάτι, με συντονίστρια τη Γιώτα Κοτσαύτη.



Δευτέρα 14 Νοεμβρίου 2022

Η ιστορία του Νυχτολούλουδου

 


Μια φορά κι έναν καιρό, σε μια αυλή φύτρωσε ένα αγριολούλουδο, που κανείς δεν γνώριζε το όνομά του. Για τον λόγο αυτό τα άλλα λουλούδια και η κυρία του σπιτιού απέφευγαν να του μιλάνε.

Αυτό ένιωθε πολύ μόνο, ώσπου ένα βράδυ ονειρεύτηκε ότι κάποιος το φώναξε. Ξύπνησε και κοίταξε γύρω του. Το ολόγιομο φεγγάρι ακτινοβολούσε στον σκοτεινό ουρανό. Ζαλισμένο από τον ύπνο νόμισε ότι του χαμογέλασε και του έκλεισε το μάτι. Πώς μπορεί να χαμογελά ένα φεγγάρι; Δεν το ανέλυσε πολύ και το ανακοίνωσε στα αλλά λουλούδια.

«Έχω ακούσει να λένε ήλιος με δόντια, αλλά φεγγάρι με μάτια, πρώτη φορά ακούω» κορόιδεψε η Ζίνια.

«Για δες κάτι περίεργες ιδέες που κυκλοφορούν» είπε ο Κρίνος.

«Εκεί, που αμέριμνα απολαμβάνεις το βραδινό αεράκι, τσουούπ, σου καρφώνονται. Άντε μετά να τρέχεις να τις βγάλεις» συμπλήρωσε η Μαργαρίτα.

Το μικρό φυτό λυπήθηκε γιατί δεν το καταλάβαιναν και πεθύμησε περισσότερο την ησυχία της νύχτας. Έτσι κάθε βράδυ ο μίσχος των λουλουδιών του ακολουθούσε την πορεία του φεγγαριού. Στα φύλλα του ένιωθε το χάδι από τις ακτίνες του και προσπαθούσε να στείλει πίσω ένα χαμόγελο ζεστό και ξεχωριστό. «Θεέ μου, τι ομορφιά!» ψιθύριζε κι έκλεινε τα πέταλά του το πρωί, για να κρατήσει ζωντανή τη βραδινή ανάμνηση.

Σιγά σιγά μεταμορφώθηκε σε ξεχωριστό φυτό, γεμάτο λουλούδια με ζωηρά χρώματα. Απέκτησε μεθυστικό άρωμα και όνομα. «Νυχτολούλουδο» το φώναζαν.

Ένα απόγευμα η κυρία του σπιτιού κοίταξε με θαυμασμό το λουλούδι και σήκωσε τη γλάστρα για να τη μεταφέρει μέσα στο σπίτι. Τα αλλά φυτά ανησύχησαν για κείνο και του φώναξαν.

«Το φεγγάρι ήταν μια βαρκούλα για να φύγεις από τη λησμονιά, μια προσευχή.»

«Τίποτα δεν σου έδωσε. Εσύ έχεις τη δύναμη.»

«Σε αγαπάμε.»

Η κυρία του σπιτιού ακούμπησε τη γλάστρα σε ένα μικρό τραπεζάκι στο σαλόνι.

«Εδώ θα είσαι καλύτερα. Θα σου βάζω μπόλικο νερό, δεν θα σε φυσά ο άνεμος, δεν θα κρυώνεις» ψιθύρισε στο Νυχτολούλουδο.

Σε λίγο το φως της ημέρας χάθηκε και αυτό σκέφτηκε το φεγγάρι. «Άραγε που θα είναι τώρα; Θα έχει φανεί από το βουνό; Θα έχει καθρεπτιστεί στη θάλασσα; Θα φωτίζει τώρα την αυλή; Θα προσέξει την απουσία μου; Θα ταξιδεύει σε έναν αργό χορό σκορπίζοντας ματιές, χάδια κι εγώ θα λείπω… Είναι τόσο ωραίο, επικίνδυνα, τρελά ελκυστικό!»

Όλα εκεί του φαίνονταν ανιαρά. Πόσο μαύρο μπορεί να είναι το σκοτάδι χωρίς τη λάμψη τού φεγγαριού! Πόση μοναξιά χωρίς την αγαπημένη παρουσία! Δεν το ήθελε το μπόλικο νερό, αψηφούσε τον άνεμο, το κρύο. Δεν άντεχε να λείπει από τη ματιά του, από τα ταξίδια του. Δεν είχε πια τίποτα να περιμένει, κανένα χαμόγελο να στείλει, κανέναν λόγο να υπάρχει. Έκλεισε τα πέταλα. Δεν θα τα ξανάνοιγε. Το φεγγάρι δεν μπαίνει ποτέ στο σαλόνι. Έγειρε, έγινε μια σκούρα μικρή τελεία, χωρίς χαμόγελο, χωρίς χρώμα, χωρίς άρωμα, σαν να μην υπήρξε ποτέ.

Πόπη Καραβασίλη

(ανέκδοτο κείμενο)