Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Σύντομα παραμύθια για τους μήνες. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Σύντομα παραμύθια για τους μήνες. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Σάββατο 8 Φεβρουαρίου 2025

Φλεβάρης

 


Ήταν δεν ήταν δέκα χρόνων. Σε ξεγελούσε με την περίεργη εμφάνισή του. Τα ρούχα του φαρδιά, ριγμένα ατημέλητα στη μικροσκοπική κορμοστασιά του. Όποιος τον κοίταζε, με την πρώτη ματιά, τον συμπονούσε. Ο φτωχούλης Φλεβάρης. Μα ήταν καλόκαρδος και ζωηρός.

Όσοι τον ήξεραν, τον καλούσαν στις γιορτές και στα πανηγύρια τους. Πήγαινε με μεγάλη ευχαρίστηση γιατί του άρεσε η διασκέδαση. «Έλα, κάθισε κοντά μας, να τα πούμε» του φώναζαν. Και τότε τι έκανε, παιδιά; Έβγαζε το σκουφάκι του και φορούσε μια φανταχτερή μάσκα. Έπαιρνε και το μπαστούνι του και το τέντωνε στον αέρα κάνοντας ότι είναι σπαθί. «Χρατς, χρουτς» το κουνούσε. Φανταστείτε με πόση χαρά και κέφι παρίστανε τον Δον Κιχώτη. Έπαιζε γεμάτος θάρρος και άλλαζε την φωνή του. «Εμπρός, όλοι μαζί, πάμε…» έλεγε με καμάρι.

Αυτές τις στιγμές ο Φλεβάρης ένιωθε πραγματικά ατρόμητος. Κι ο ενθουσιασμός του απλωνόταν και στους γύρω του. Πολλοί μεταμφιέζονταν και γλεντούσαν παρέα.

Αφήστε που, μια μέρα,  τον είδαν να πετάει στα σύννεφα και να διαλαλεί ότι είναι η μέρα των ερωτευμένων. Φορούσε κάτι κόκκινα ρούχα, με μια γυαλιστερή καρδιά και τραγουδούσε λόγια αγάπης σε παιδιά και μεγάλους. Μελωδίες, λουλούδια και δώρα σκόρπιζε και το πρόσωπό του φεγγοβολούσε.

Μ’ αυτά και με αλλά, που έκανε ο Φλεβάρης, είχε γίνει πολύ αγαπητός. Ένιωθε τη χαρά της ζωής και πότε δεν τον πείραξε που κούτσαινε απ’ το ένα του πόδι.

Αγγελική Σφαιροπούλου

 

Γράφτηκε στα πλαίσια του εργαστηρίου δημιουργικής γραφής «Σύντομα παραμύθια για τους μήνες», των Εκδόσεων Αλάτι, με συντονίστρια τη Γιώτα Κοτσαύτη.



Πέμπτη 6 Φεβρουαρίου 2025

Η έκπληξη του Φλεβάρη

 


Εκείνος ο χρόνος ήταν δίσεκτος. Ο Φλεβάρης θα είχε μια ολόκληρη ημέρα παραπάνω δική του! Καιρό στριφογύριζε στο μυαλό του η ιδέα να οργανώσει ένα διαφορετικό αποκριάτικο γλέντι με έντεκα ξεχωριστούς καλεσμένους.

Για προσκλήσεις σχεδίασε έντεκα κόκκινες καρδούλες, με ένα ιδιαίτερο στολίδι στην καθεμία. «Σε περιμένω στις 29 του μήνα, σε ένα αποκριάτικο πάρτι, στη μεγάλη πλατεία. Να είσαι ντυμένος καρναβάλι σαν το στολίδι της πρόσκλησής σου. Ανυπομονώ να συναντηθούμε!» έγραψε.

Ψιθύρισε στα πουλιά το μυστικό του. Εκείνα, με χαρά, πήραν τις προσκλήσεις και τις παρέδωσαν στους παραλήπτες τους.

Φρόντισε τόσο τις λεπτομέρειες που έκανε και μια συμφωνία με τον άρχοντα Καιρό. Του ζήτησε εκείνη την ημέρα, στη σάλα του χορού, οι καλεσμένοι αλλά και ο ίδιος να νιώθουν τη θερμοκρασία που τους ταιριάζει. Ψύχρα ενός χιονισμένου βουνού, δροσιά μιας καταπράσινης κοιλάδας, ζέστη ενός παραθαλάσσιου χωριού, υγρασία μιας αυλής με δέντρα γεμάτα πορτοκαλοκίτρινα φύλλα.

Και στις 29 του μήνα οι καλεσμένοι άρχισαν να έρχονται σε παρέες! Ο Φλεβάρης ντυμένος κατακόκκινη καρδιά, τους υποδεχόταν γεμάτος αγάπη.

Ένα χελιδόνι με ψαλιδωτή ουρά, ένα κόκκινο πασχαλιάτικο αυγό και ένα πρωτομαγιάτικο στεφάνι με αγριολούλουδα.

Ένα λαχταριστό παγωτό χωνάκι, ένα κοχύλι με θαλασσινή αύρα και μια ζουμερή φέτα καρπούζι.

Μια σχολική τσάντα φορτωμένη βιβλία, μια γαλανόλευκη ελληνική σημαία και μια ομπρέλα γεμάτη στάλες της βροχής.

Τελευταίοι ένα λαμπερό χριστουγεννιάτικο δέντρο και μια παγωμένη ολόλευκη χιονονιφάδα.

Οι καλεσμένοι χόρεψαν με κέφι μέχρι αργά. Όταν, με το σύνθημα του Φλεβάρη έβγαλαν τις μάσκες, όλοι έμειναν άφωνοι. Δεν είχαν καταφέρει ποτέ να βρεθούν όλα τα αδέλφια, όλοι οι μήνες μαζί! Κάθε χρόνο έδιναν τη σκυτάλη μόνο στον επόμενο.

Ένιωθαν τόσο ευχάριστα κι ας είχαν διαφορετικές προτιμήσεις. Ο μικρότερος αδελφός τους τα είχε καταφέρει περίφημα! Τον ευχαρίστησαν και του υποσχέθηκαν ότι, κάθε τέσσερα χρόνια, θα βρίσκονται μαζί στην τόσο ζεστή αγκαλιά της καρδιάς του!

Βάσω Πλιάτσικα

 

Γράφτηκε στα πλαίσια του εργαστηρίου δημιουργικής γραφής «Σύντομα παραμύθια για τους μήνες», των Εκδόσεων Αλάτι, με συντονίστρια τη Γιώτα Κοτσαύτη.

 


Ο Μάρτης, η μαργαρίτα και οι «πότε ακούω»


Μια φορά κι έναν καιρό, στη σχισμή του περβαζιού ενός παραθύρου, βλάστησε μια μικρή μαργαρίτα. Το χώμα ήταν λιγοστό αλλά μπορούσε να βλέπει όλα τα περίεργα που συνέβαιναν στο δωμάτιο που βρισκόταν πίσω από το παραθύρι. Εκεί έμενε ένα μάλλον γκρινιάρικο αγόρι, ο Μάρτης. Τα έντεκα αδέλφια του, που ζούσαν στα παραδίπλα δωμάτια, τον επισκέπτονταν καθημερινά, διαφορετικές ώρες ο καθένας. Όλοι τους ήταν κάπως… αλλόκοτοι. Πότε άκουγαν και πότε δεν άκουγαν.

Το φυτό αποφάσισε να ξεδιαλύνει το μυστήριο και να καταλάβει σε ποιες περιπτώσεις έχαναν την ακοή τους. Αφού, λοιπόν, τους παρατήρησε πολλές φορές, κατέληξε στο συμπέρασμα ότι κάποια λόγια που έλεγε ο Μάρτης δεν έφταναν ποτέ στα αυτιά τους. Αυτά ήταν τα:

«Όχι, δεν θέλω να πάω βόλτα. Την τελευταία φορά που πήγα με τον Ιανουάριο στα χιονισμένα βουνά, ο ήλιος έκανε τα μάτια μου να πονάνε. Προτιμώ να μείνω μέσα. Σε παρακαλώ, μη μου το ξαναζητήσεις».

Μα εκείνοι, καθημερινά, έλεγαν: «Έλα, πάμε μια βόλτα».

Η μαργαρίτα, όπως όλα τα φυτά, ήταν φτιαγμένη από χρώματα, αποδοχή και ησυχία και καθόλου δεν υποπτεύθηκε ότι τα αγόρια άκουγαν αλλά δεν μπορούσαν να δεχτούν την επιθυμία του αδελφού τους. Γι’ αυτό τα ονόμασε: οι «πότε ακούω». Κατάλαβε, όμως, πως οι «πότε ακούω» δεν θα κατάφερναν να περπατήσουν με τον Μάρτη στην εξοχή και αποφάσισε να αναλάβει δράση. Γέμισε το παραθύρι με χαρούμενα άνθη  και περίμενε.

Το επόμενο πρωί το αγόρι έτρεξε κοντά της.

«Μαργαρίτες! Πόσο όμορφες, σαν γελαστοί ήλιοι!» ψιθύρισε

Έκοψε ένα μπουκέτο κι έτρεξε χαρούμενος στον κήπο φωνάζοντας: «Ε, αδέλφια, πάμε μια βόλτα;»

Πόπη Καραβασίλη

 

 

Γράφτηκε στα πλαίσια του εργαστηρίου δημιουργικής γραφής «Σύντομα παραμύθια για τους μήνες», των Εκδόσεων Αλάτι, με συντονίστρια τη Γιώτα Κοτσαύτη.



Πέμπτη 30 Ιανουαρίου 2025

Απ' τον -άκο με αγάπη!



Όταν καθόταν στο τραπέζι για να φάνε, ήταν ο πιο μικρόσωμος απ’ όλα τα αδέρφια του. Του έβαζαν μαξιλάρι στην καρέκλα για να φτάνει. Όταν ήθελε κάποιος να του χαϊδέψει το κεφάλι, έπρεπε να σκύψει. Κι οι δάσκαλοι τον έλεγαν «Φλεβαράκο». Αυτό το -άκο τον θύμωνε πολύ. Τα παιδιά στην αυλή του σχολείου όταν έχαναν την μπάλα, έσπρωχνε το ένα στο άλλο τον -άκο. Εκείνος χαμογελούσε, τάχα ότι του άρεσε.

Μια μέρα καθόταν μόνος του στο παγκάκι και κατάπινε τα δάκρυά του για να μην τα δει κανείς. Ξαφνικά άκουσε μια φωνή.

«Ε, -άκο, να χαίρεσαι που είσαι πιο μικροσκοπικός από τους άλλους. Εγώ είμαι πιο εύσωμη απ’ όλα τα παιδιά. Εκεί να δεις κοροϊδία. Αλλά δεν με νοιάζει πια».

«Πώς τα κατάφερες;» ρώτησε ο -άκος.

«Θα σου πω το μυστικό. Έχεις ακόμη λίγα λεπτά. Κοίταξε το φεγγάρι, σκέψου ένα σχήμα που σ’ αρέσει και το μέγεθός του. Για ένα εικοσιτετράωρο τον χρόνο θα είσαι έτσι. Εγώ διάλεξα να είμαι κόκκος αλατιού. Πηγαίνω σ’ όποιον κλαίει. Ε, λοιπόν, ξέρεις κάτι; Όσοι κοροϊδεύουν, έχουν κλάψει πολλές φορές κάτω απ’ την κουβέρτα τους και ψάχνουν κάποιον να του φερθούν άσχημα για να αισθανθούν σπουδαίοι. Δεν είμαι πια θυμωμένη μαζί τους και χαίρομαι για την εμφάνισή μου. Έλα, δες το φεγγάρι πριν χτυπήσουν μεσάνυχτα».

Ο -άκος προσηλώθηκε στο φεγγάρι. Δεν μπορούσε όμως να σκεφτεί τίποτα. Την πρωτοβουλία, τότε, πήρε η καρδιά του. Χωρίς να καταλαβαίνει πώς, έγινε μια χρυσή πυγολαμπίδα σε σχήμα καρδιάς. Το πρωί άρχισε να πετάει. Πλησίασε την καρδιά της Μαρίας, που πήγαινε σχολείο και την άκουσε να λέει: «Αγαπώ τόσο πολύ τον Μάκη, τον συμμαθητή μου, όσο και τον σκύλο μου».

Η καρδιά του Αντρέα έκανε «τούκου του» για την αδιάφορη καρδιά της Μαρίνας, όταν όμως την ακούμπησαν τα ποδαράκια της πυγολαμπίδας, την έκαναν να χορεύει..

Ο -άκος άγγιξε και την καρδιά του παππού Μιχάλη, που πότιζε τάχα στην τύχη το πρωί την τριανταφυλλιά, για να δει την κυρία Πολυξένη που πήγαινε για ψώνια. Του χαμογέλασε κι εκείνος γέλασε κάτω από τα μουστάκια του. 

Σε ό,τι καθόταν ο-άκος αυτήν τη μέρα, έπαιρνε σχήμα καρδιάς. Και τα πορτοκάλια κι οι πατάτες και τα γλυκά στα μαγαζιά. Όταν έφτασαν τα μεσάνυχτα, στις 14 Φλεβάρη, όλα πήραν την κανονική τους μορφή. Ο Φλεβαράκος δεν ήταν πια λυπημένος. Μια φορά τον χρόνο άλλαζε τον εαυτό του κι όλο τον κόσμο.

Στρατονίκη Ζαρμποζάνη

 

Γράφτηκε στα πλαίσια του εργαστηρίου δημιουργικής γραφής «Σύντομα παραμύθια για τους μήνες», των Εκδόσεων Αλάτι, με συντονίστρια τη Γιώτα Κοτσαύτη.



Το όνειρο που έκρυψε ο Φλεβάρης στο χιόνι

 


Ο Φλεβάρης, ο δευτερότοκος γιος του Χρόνου, γεννήθηκε μ’ ένα πρόβλημα στο πόδι. Όλα κυλούσαν ήρεμα μέχρι τη μέρα που κάποιος τον αποκάλεσε «Κουτσοφλέβαρο». Δεν απάντησε, έσκυψε το κεφάλι όμως, από τότε, η συμπεριφορά του άλλαξε. Έγινε απόμακρος, απέφευγε τις παρέες και απαντούσε απότομα και κοφτά σε κάθε ερώτηση. Κατά έναν περίεργο τρόπο, αυτή η αλλαγή του χαρακτήρα του έκανε όλο και περισσότερους ανθρώπους να ψιθυρίζουν στο πέρασμά του «Να ο Κουτσοφλέβαρος».

Σε μια γιορτή που όλοι χόρευαν, γελούσαν και τραγουδούσαν, αυτός ένιωθε παράταιρος κι αποφάσισε να φύγει. Ο Γενάρης, ο αδελφός του, το αντιλήφθηκε και προσπάθησε να του πιάσει κουβέντα.

«Ποια είναι τα όνειρά σου;» τον ρώτησε.

«Δεν έχω όνειρα» απάντησε κι έφυγε.

Όμως μια φωνή μέσα του ξεσηκώθηκε. Του έλεγε πως «δεν είναι έτσι» και του ζητούσε, για πρώτη φορά, επίμονα, να εκφραστεί. Περπάτησε ως τη χιονισμένη κοιλάδα. Έσκαψε έναν βαθύ λάκκο στο χιόνι και ελευθέρωσε ό,τι τον πίεζε κραυγάζοντας: «Θέλω να με αγαπούν!» Έπειτα τον σκέπασε γρήγορα με το χιόνι, σαν να έθαβε το όνειρό του. Δεν είχε προσέξει τον Γενάρη, που τον είχε ακολουθήσει και στεκόταν παραδίπλα. Πλησίασε και τον αγκάλιασε. Είπαν πολλά εκείνη τη νύχτα κι ο Φλεβάρης κατάλαβε πως άφησε εκείνο το «Κουτσοφλέβαρος» να σκεπάσει τα όνειρά του και να μην αντιλαμβάνεται τη γλυκύτητα της καρδιάς του και των άλλων.

Μετά απ’ αυτό ζήτησε από τον πατέρα του να γιορτάζουμε την αγάπη, να μιλάμε γι’ αυτήν, να θυμόμαστε τους αγαπημένους μας. Έτσι ο Χρόνος τού χάρισε τη γιορτή του Αγίου Υάκινθου και του Αγίου Βαλεντίνου.

Πόπη Καραβασίλη

  

Γράφτηκε στα πλαίσια του εργαστηρίου δημιουργικής γραφής «Σύντομα παραμύθια για τους μήνες», των Εκδόσεων Αλάτι, με συντονίστρια τη Γιώτα Κοτσαύτη.

 


Σάββατο 25 Ιανουαρίου 2025

Το δώρο του Γενάρη

 


Είναι ο πρωτότοκος γιος. Όταν γεννήθηκε, πρωτόγνωρα συναισθήματα κατέκλυσαν τον Χρόνο: ευτυχία, υπερηφάνεια, θαυμασμός… Πίστεψε ότι αυτό το παιδί θα ήταν ο διάδοχος του θρόνου κι έδωσε εντολή να του συμπεριφέρονται σαν να ήταν ήδη βασιλιάς και να εκπληρώνουν αμέσως κάθε του επιθυμία.

Ο Γενάρης μεγάλωνε με ξέφρενα παιχνίδια, γέλια, σκανδαλιές χωρίς να σκοτίζεται για τίποτα. Πάντα υπήρχε κάποιος να του ανοίξει μια ομπρέλα στη βροχή, να τον προστατέψει με την αψίδα του όταν έπαιζε πετροπόλεμο, να απλώσει δέκα παπλώματα στο τέλος της σκάλας όταν την κατέβαινε κάνοντας τσουλήθρα στην κουπαστή. Καθώς ο καιρός περνούσε, ο Γενάρης έπαιζε όλο και πιο ριψοκίνδυνα παιχνίδια και οι υπηρέτες έτρεχαν εξουθενωμένοι από την κούραση να προστατέψουν τον πρίγκιπα από τις παράτολμες πράξεις του. Ο βασιλιάς κατάλαβε πως ο γιος του συμπεριφερόταν επιπόλαια και αποφάσισε να τον βοηθήσει να αντιλαμβάνεται τις συνέπιες των πράξεών του. Τον κάλεσε και του είπε: «Παιδί μου, ένας καλός ηγέτης έχει αυτοπεποίθηση γιατί γνωρίζει τις δυνάμεις και τις δυνατότητές του. Ήρθε ο καιρός να γνωρίσεις τις δικές σου, που είναι μεγάλες. Για να το κατορθώσεις αυτό θα πρέπει να μοχθήσεις. Έπειτα του ζήτησε να πάει να ζήσει για 365 ημέρες μόνος του, σε μια μακρινή πόλη που κανένας δεν θα τον γνώριζε. Το επόμενο πρωινό τού έδωσε μερικά χρήματα, μια άμαξα με δύο άλογα, έναν υπηρέτη και τον αποχαιρέτησε.

Ο Γενάρης πέρασε πολύ δύσκολα σε αυτήν τη μακρινή πόλη. Κουράστηκε για να χτίσει ένα μικροσκοπικό σπιτάκι, δούλεψε για να κερδίσει χρήματα, χτύπησε όταν έπαιζε πετροπόλεμο, αρρώστησε όταν περπάτησε στη βροχή χωρίς ομπρέλα και από την συναναστροφή του με άλλους ανθρώπους έμαθε για τα προβλήματα και τις προσπάθειές τους. Κάποτε ήρθε ο καιρός να επιστρέψει στο παλάτι.

Ο βασιλιάς υποδέχτηκε τον γιο του με μια μεγάλη γιορτή. Στο δείπνο, θέλοντας να διαπιστώσει αν ο Γενάρης είχε αλλάξει χαρακτήρα, τον ρώτησε:

«Γιε μου, κάποια μέρα που εσύ θα ορίζεις αυτήν τη χώρα, τι δώρο θα έκανες στα παιδιά;»

Όλοι περίμεναν με περιέργεια την απάντησή του κι εκείνος, αφού σκέφτηκε κάμποση ώρα, είπε:

«Το χιόνι!»

«Το χιόνι; Μα αυτό φέρνει κρύο, πώς θα απολαμβάνουν τα παιδιά το παιχνίδι;» απόρησε ο βασιλιάς.

«Παίζοντας χιονοπόλεμο, κάνοντας τσουλήθρα, σκι κι ένα σωρό ακόμα δραστηριότητες. Ξέρεις, πατέρα, πάνω απ’ όλα θέλω να τους μάθω κάτι που εγώ άργησα να καταλάβω. Να φροντίζουν τον εαυτό τους. Να φοράνε γαλότσες, παλτό, γάντια κι έπειτα ας διασκεδάζουν όσο επιθυμούν».

Ο βασιλιάς φάνηκε ικανοποιημένος και κατέγραψε την απάντησή του σ’ ένα χρυσό βιβλίο.

Πόπη Καραβασίλη


Γράφτηκε στα πλαίσια του εργαστηρίου δημιουργικής γραφής «Σύντομα παραμύθια για τους μήνες», των Εκδόσεων Αλάτι, με συντονίστρια τη Γιώτα Κοτσαύτη.

 


 

 

 

Παρασκευή 24 Ιανουαρίου 2025

Όταν θύμωσε ο Γενάρης



Ο Γενάρης άνοιξε το άλμπουμ με τις φωτογραφίες του. Στάθηκε σ’ εκείνη που ήταν μικρός και κρατούσε μια χιονονιφάδα. Αυτό είχε συμβεί πριν πολλά χρόνια. Τώρα  οι άνθρωποι είχαν βουλώσει τις πόρτες του ουρανού με καπνούς που έβγαζαν τα μηχανήματα, τα φουγάρα και τα αυτοκίνητα. Δεν μπορούσε πια να κατρακυλήσει ούτε σταγόνα βροχής ούτε νιφάδα χιονιού.

Ο Γενάρης ήταν όλη την ώρα γκούχου, γκούχου. Περπατούσε λυπημένος, κρατώντας το μπαστούνι του. Η λευκή του κάπα είχε γίνει γκρι. Σκυφτός όπως ήταν, άρχισε να κοιτάζει από τα παράθυρα μέσα στα σπίτια. Είδε γονείς να βγάζουν από κουτιά έτοιμα γλυκά. Η μοσχοβολιά που έβγαινε από τον φούρνο, καθώς ψήνονταν μπακλαβάδες, μελομακάρονα, βασιλόπιτες, είχε πάρει δρόμο. Την κυνήγησαν οι μπαμπάδες κι οι μαμάδες αλλά με τόσες δουλειές που έπρεπε να κάνουν, τους ξέφυγε. Πού να προλάβουν να ζυμώσουν!

Στη συνέχεια είδε παιδιά θυμωμένα. Διάβαζαν για τα ατελείωτα διαγωνίσματα του σχολείου. Τον Ιανουάριο τα διαγωνίσματα έχουν την τιμητική τους. 

Κι οι αμυγδαλιές; Ξερές. Δεν είχαν ανθίσει. Άκουσε  πριόνια, γκρ-γκρ, που τις έκοβαν. Δεν  ήταν χρήσιμες πια.

Ο Γενάρης θύμωσε. Ο θυμός μερικές φορές είναι χρήσιμος… «Α, δεν είναι κατάσταση αυτή!» σκέφτηκε. «Όταν κάτι δεν είναι καλό, προσπαθούμε να το αλλάξουμε». Πέταξε την γκρίζα κάπα του. Έμεινε με το άσπρο πουκάμισό του και το άσπρο παντελόνι του. Είχε συνηθίσει το γκρι. Κακό πράγμα η συνήθεια. Είχε ξεχάσει πως, μέσα του, ήταν άσπρος. Ύστερα έκανε το μπαστούνι ρουκέτα και το πέταξε με τέτοια δύναμη στον ουρανό… Τα σύννεφα του μαύρου καπνού τρύπησαν. Άνοιξαν οι φραγμένες πόρτες εκεί ψηλά. Ανυπόμονες χιονοκαρδούλες σπρώχτηκαν να κατεβούν στη γη. Φίλησαν τα μαλλιά και τα γένια του Γενάρη που τις ελευθέρωσε και τα έκαναν κάτασπρα. Χαρούμενος άρχισε να χορεύει μαζί τους. Στον χορό μπήκαν στη στιγμή νέοι, γέροι και παιδιά. Είχαν χρόνια να δούνε τέτοια ομορφιά. Όλα είχαν γίνει άσπρα. Πιο άσπρα κι απ’ το γιαούρτι!

Στρατονίκη Ζαρμποζάνη

 

Γράφτηκε στα πλαίσια του εργαστηρίου δημιουργικής γραφής «Σύντομα παραμύθια για τους μήνες», των Εκδόσεων Αλάτι, με συντονίστρια τη Γιώτα Κοτσαύτη.

 



Τετάρτη 22 Ιανουαρίου 2025

Ο χορός του Γενάρη


Μια παραμονή Πρωτοχρονιάς ο Γενάρης ετοιμαζόταν, γεμάτος αγωνία, να φέρει την καινούργια χρονιά στη γη. Στολίστηκε με τον ψυχρό αλλά λαμπερό μανδύα του, το γιορτινό του χαμόγελο φώτισε το πρόσωπό του και περίμενε να λάμψουν τα πυροτεχνήματα και να ανοίξει η τεράστια πύλη του χρόνου.

Μόλις τα πυροτεχνήματα έδωσαν το σύνθημα, η άμαξα του Γενάρη κύλησε επάνω στην παγωμένη γη φέρνοντας τη νέα χρονιά, που καμάρωνε σαν βασίλισσα. Ταυτόχρονα ο ουρανός φωτίστηκε από το ασημένιο φεγγάρι, που λαμπύριζε σαν μαργαριτάρι και μικρές νιφάδες χιονιού άρχισαν να χορεύουν μαγευτικά γύρω από αυτό. Ήταν όλα τόσα γλυκά και χαρούμενα!

Όμως ο Γενάρης ζήλεψε. Ήθελε κι αυτός να χορέψει μαζί τους. Άρπαξε με βιασύνη την πρώτη νιφάδα που έπεσε μπροστά του κι άρχισε να στριφογυρνά γύρω της. Εκείνη αισθάνθηκε παράξενα που βρέθηκε μακριά από τις άλλες νιφάδες.

«Πού με πας;» τον ρώτησε. «Με πήρες από τις αδελφές μου!» συμπλήρωσε θυμωμένα.

«Μα χορεύετε τόσο όμορφα» απάντησε εκείνος. «Θέλω κι εγώ να γιορτάσω αυτήν τη βραδιά με έναν χορό μαζί σας».

Βλέποντας τον ενθουσιασμό του Γενάρη και την όρεξή του για χορό η νιφάδα ξέχασε τον θυμό της. Του πρότεινε να ανέβει και να χορέψουν όλοι και όλες παρέα γύρω από το φως του φεγγαριού.

Μα τα πράγματα δυσκόλευαν… Ο Γενάρης είχε φέρει την καινούργια χρονιά. Δεν γινόταν να την αφήσει μόνη της. Τον χρειαζόταν για να την οδηγήσει στο ταξίδι της.

Από ψηλά το ασημένιο φεγγάρι είδε την ανησυχία του. Κι εκείνο ήθελε να βρεθεί ο Γενάρης στον χορό τους. Άλλωστε σ’ αυτόν όφειλε το λαμπερό του χρώμα, που μαγνήτισε τις νιφάδες γύρω του. Όλοι οι άνθρωποι το έλεγαν: «Το φεγγάρι του Γενάρη μοιάζει με μαργαριτάρι*». Κάλεσε, λοιπόν, τις νιφάδες κοντά του κι άρχισε να σιγομουρμουρίζει μελωδικά:

 «Εμπρός, κρυσταλλένιες μου νιφάδες,

πιάστε τα χέρια και φτιάξτε σκάλες.

Η μια κάτω από την άλλη,

κρατηθείτε γερά, γεμάτες χάρη.

Δημιουργείστε στο λεπτό

έναν ολόασπρο και παγερό ιστό!»

Έτσι είπε το φεγγάρι κι έτσι έγινε. Μεμιάς η άμαξα του Γενάρη βρήκε τον δρόμο της στον ιστό των νιφάδων. Σε λίγο βρέθηκε να καμαρώνει επάνω στο ολόλαμπρο φεγγάρι, που τους υποδέχθηκε γεμάτο χαρά. Και τότε όχι μόνο ο Γενάρης χόρεψε με τις νιφάδες και το φεγγάρι, αλλά στριφογύρισε μαζί τους και η νέα χρονιά. Όλοι και όλες γιόρτασαν μια ιδιαίτερη Πρωτοχρονιά, στολισμένη με φεγγαρόσκονη και κρυσταλλονιφάδες!

Βάσω Πλιάτσικα

 

*Την έμπνευση για την πλοκή του παραμυθιού έδωσε η παροιμία.

 

Γράφτηκε στα πλαίσια του εργαστηρίου δημιουργικής γραφής «Σύντομα παραμύθια για τους μήνες», των Εκδόσεων Αλάτι, με συντονίστρια τη Γιώτα Κοτσαύτη.