Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Γενάρης. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Γενάρης. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Τρίτη 20 Ιανουαρίου 2026

Νιόβη, η καλύτερη φίλη του Γενάρη


Γακοπούλου Βάγια

-Ε βέβαια, πάλι εμένα! ΞύπναΓενάρη, σήκω να ξεκινήσεις την καινούργια χρονιά! Λες και δεν έχει άλλα παιδιά! Αυτά να κοιμούνται του καλού καιρού κι εγώ να περπατώ μέσα στο κρύο μόνος μου!

Ο Γενάρης περπατούσε νευρικά και μουρμούριζε! Κι όσο θύμωνε, τόσο πιο πολύ κρύο έκανε και τόσο πιο πυκνό χιόνι έριχνε.

Τόσο είχε θολώσει η σκέψη του που δεν άκουσε τα γέλια και τις φωνές που τον καλούσαν μέχρι που μια αφράτη χιονόμπαλα προσγειώθηκε στο κεφάλι του! Γύρισε απότομα κι ενώ ήταν έτοιμος για καβγά, ξαφνικά χαμογέλασεΈνα κοριτσάκιχωμένο μέχρι τη μέση στο χιόνιπροσπαθούσε να τον φτάσει και σκόνταφτε και χαιρόταν και από τα γέλια δεν μπορούσε να σταθεί όρθιο.

-Ε, συ, με λένε Νιόβη! Θες να γίνουμε φίλοι; άκουσε μια τσιριχτή φωνούλα που έβγαινε από τη γη λες και του μιλούσε το λευκό σεντόνι που τη σκέπαζε και μια χιονόμπαλα καρφώθηκε στη μύτη του αυτήν τη φορά.

-Και το ρωτάς; απάντησε αυτός και ανταπέδωσε απαλά την μπαλιά. Από κείνη τη στιγμή ούτε κατάλαβε πώς πέρασαν οι ώρες, οι μέρες, αφού είχε ένα μικρό χεράκι να τον κρατάει κι ένα χαμόγελο να ζεσταίνει την καρδιά του!

 

Γκιντίδου Δήμητρα

Ο Γενάρης, μικρό παιδάκι, πηγαίνει πάντα, παντού την Πρωτοχρονιά, κρατώντας το χέρι του Αϊ Βασίλη. Και σιγά σιγά μεγαλώνει.

Στην πόλη μας τον υποδέχτηκε η νεράιδα Νιόβη, που έγινε η καλύτερη φίλη του. Τον συνόδευσε παντού, του έδειξε τα πάντα, αναφέροντας ποια είναι δικά του πράγματα και μπορεί να τα δείχνει στον κόσμο ως περιουσία του.

Πρώτα του έδειξε χιόνια και παγωμένους νερένιους κρυστάλλους. Μετά αλκυόνες που ήθελαν να γεννήσουν αυγά. Ανθισμένες αμυγδαλιές μ’ άσπρα και ροζ ανθάκια. Κόκκινα, λευκά και φούξια κυκλάμινα. Ανεμώνες κόκκινες και μοβ. Σπουργίτια που έψαχναν σποράκια, κοτσύφια και τσίχλες που έτρωγαν κούμαρα. Του έδειξε τον ήλιο με τα δόντια του και κάποιες ηλιόλουστες μέρες.

Τα ’βαλε σ’ ένα σακούλι και μερικά ακόμα και του ’πε:

- Καλέ μου φίλε, Γενάρη, λέω να συνεργαστούμε μεταξύ μας. Εσύ με τα δύο σου πρόσωπα, που λέει τ’ όνομά σου, το χαρούμενο και το σκληρό, κι εγώ με τη νέα ζωή, που λέει τ’ όνομά μου. Νομίζω θα γίνουμε πολύ χαρούμενοι, αν βοηθήσουμε έτσι, να προχωρήσει καλά όλος ο χρόνος στους ανθρώπους και στη φύση. Τι λες;

 

Μπλιούμη Ελένη

Ο Γενάρης αρνιόταν πεισματικά να έρθει, παρά τα παρακάλια του πατέρα του και των αδελφών του. Το ανακοίνωσε και στη φίλη του τη Νιόβη, που τη βρήκε να παίζει στο πάρκο.

-Δεν θα έρθω φέτος Νιόβη! Δεν θα χαρίσω τον πρώτο μήνα του έτους στους ανθρώπους, ούτε κάλαντα… ούτε δώρα… ούτε γιορτές.

-Μα γιατί, καλέ μου Γενάρηρώτησε με έκπληξη το κορίτσιΣε περιμένουμε όλοι με λαχτάρα, με ελπίδα να πραγματοποιηθούν όνειρα, με αισιοδοξία για ειρήνη.

-Νιόβη μου, οι άνθρωποι έγιναν σκληροί, αχάριστοι. Κυβερνιούνται από το χρήμα, όχι από την αγάπη. Διεκδικούν, πολεμούν για να έχουν όλο και περισσότερα. Όχι, όχι, το σκέφτηκα καλά, δεν θα έρθω, είπε ο Γενάρης και με βαριά καρδιά έφυγε.

Εκείνη στενοχωρημένη έτρεξε ευθύς στο φεγγάρι.

-Φεγγαράκι μου λαμπρό, ο Γενάρης δεν θέλει να έρθει φέτος. Τι θα κάνουμε;

Το φεγγαράκι τής ψιθύρισε κάτι στο αυτί κι η Νιόβη συμφώνησε.

Την επόμενη ημέρα το κουδούνι χτύπησε και ο Γενάρηςανοίγοντας, είδε μπροστά του όλα τα ζωάκια που είχαν πέσει σε χειμέρια νάρκη, πουλιά από μακρινές χώρες, μικρά παιδιά να του χαμογελούν και τη Χιονούλα να κρατά μια χούφτα χιόνι.

Κοίταξε τη Νιόβη και είπε: Πάμε, μας περιμένουν…!

 

Πλιάτσικα Βάσω

Στην καρδιά του δάσους χιόνιζε δυνατά. Η Νιόβητυλιγμένη μέσα στα ζεστάγιορτινάχειμωνιάτικα ρούχα της, στάθηκε στο ξέφωτο μπροστά στα χιονισμένα έλατα, παρέα με λίγα ζώα και γεμάτη ανυπομονησία. Η μεγάλη στιγμή της υποδοχής του Γενάρη είχε φτάσει!

Η ίδια, μέρες νωρίτεραείχε αναλάβει, όπως κάθε χρόνο, να βοηθήσει τον Γενάρη να έρθει χωρίς προβλήματα στη γη. Φορώντας τα μαγικά γυαλιά της αναγνώρισε όλα τα μυστικά μονοπάτια στους χάρτες και έγραψε σημειώματα με οδηγίες. Έτσι ο Γενάρης όχι μόνο βρήκε και πάλι εύκολα τον δρόμο, αλλά ήταν σίγουρος ότι ο δρόμος αυτός ήταν σωστός, χάρη στη Νιόβηπου τόσο την εμπιστευόταν καθώς και την προσεκτική μελέτη της.

Ξάφνου μια από τις πολλές χιονονιφάδες που χόρευαν γύρω από τη Νιόβη, η μεγαλύτερη και η πιο λαμπερή, ακούμπησε στο χέρι της. Η Νιόβη χαμογέλασε χαρούμενη βλέποντάς τη. Προσπάθησε να την κρατήσει απαλά αλλά εκείνη στριφογύρισε με δύναμη αλλάζοντας μορφή! Στη θέση της εμφανίστηκε ο ίδιος ο Γενάρηςπαγωμένος αλλά γελαστός, που της είπε τρυφερά: «Είσαι η καλύτερή μου φίλη! Πάντα με υποστηρίζεις και με βοηθάς! Σε ευχαριστώ!»

 

Χίου Έλσα

Ήλθε ο Γενάρης απ' τον χιονόλευκο δρόμο με έλκηθρο. Αμέσως άνθισε η αμυγδαλιά έξω απ' το σπίτι της φίλης του της Νιόβης. Βγήκε να τον καλωσορίσει και σκέπασαν το παλτουδάκι της και την κουκούλα της λευκάνθεμα και χιονονιφάδες. Η Νιόβη λέει πως είναι η βοηθός του Γενάρητου παγωνιάρη. Τον υποδέχτηκε με κάλαντα και γλυκόλογα. Στο κατώφλι του σπιτιού τηςγια χάρη τουέσπασαν ρόδια με χίλιες ρόδινες χαντρούλεςπου τρώγονται και είναι γλύκα. Τριάντα μέρες τον βοηθάει να φτιάξουνε σχολείο από πάγο για τα χιονανθρωπάκια. Ο Κύριος Γενάρης είναι σπουδαίος δάσκαλος. Σαν τους τρεις Ιεράρχεςπου τους σέβεται και τους γιορτάζει λίγο πριν φύγει για διακοπές στον Βόρειο Πόλο. «ΞέρειςΝιόβη μουπως  κάθε χιονονιφάδα είναι τέλεια; Κοίταξέ με τα μεγεθυντικά γυαλιά σου. Ένα αριστούργημα είναι. Του Θεού και των Αγγέλων. Κι εσύ είσαι το καλύτερο κορίτσι του κόσμου και θα είσαι για πάντα βοηθός μου. Θα φροντίζεις τα χιονανθρωπάκιατα ζωάκια και μένα, που σε τριάντα μέρες θα έχω γίνει Γερο-Γενάρης.



Η εικόνα δημιουργήθηκε μέσω ΑΙ αποκλειστικά για το ιστολόγιο. 

Γράφτηκαν με αφορμή το παιχνίδι γραφής εδώ:

https://www.facebook.com/groups/1006082537869676  

Θα χαρούμε πολύ να μας γράφετε τις εντυπώσεις σας ή, αν είστε εκπαιδευτικοί και δουλέψετε με κάποιο κείμενο στην τάξη σας, να μοιραστείτε την εμπειρία. 

Το ιστολόγιο λειτουργεί, εδώ και δέκα χρόνια, αποκλειστικά και μόνο αφιλοκερδώς (δεν έχει καν διαφημίσεις, όπως η πλειοψηφία των ιστολογίων) κι η ανατροφοδότησή σας είναι για μας ένα ισχυρό κίνητρο για να συνεχίσουμε.

Ηλεκτρονική διεύθυνση επικοινωνίας: yotakotsafti1@yahoo.gr

Ευχαριστούμε θερμά!

Σάββατο 25 Ιανουαρίου 2025

Το δώρο του Γενάρη

 


Είναι ο πρωτότοκος γιος. Όταν γεννήθηκε, πρωτόγνωρα συναισθήματα κατέκλυσαν τον Χρόνο: ευτυχία, υπερηφάνεια, θαυμασμός… Πίστεψε ότι αυτό το παιδί θα ήταν ο διάδοχος του θρόνου κι έδωσε εντολή να του συμπεριφέρονται σαν να ήταν ήδη βασιλιάς και να εκπληρώνουν αμέσως κάθε του επιθυμία.

Ο Γενάρης μεγάλωνε με ξέφρενα παιχνίδια, γέλια, σκανδαλιές χωρίς να σκοτίζεται για τίποτα. Πάντα υπήρχε κάποιος να του ανοίξει μια ομπρέλα στη βροχή, να τον προστατέψει με την αψίδα του όταν έπαιζε πετροπόλεμο, να απλώσει δέκα παπλώματα στο τέλος της σκάλας όταν την κατέβαινε κάνοντας τσουλήθρα στην κουπαστή. Καθώς ο καιρός περνούσε, ο Γενάρης έπαιζε όλο και πιο ριψοκίνδυνα παιχνίδια και οι υπηρέτες έτρεχαν εξουθενωμένοι από την κούραση να προστατέψουν τον πρίγκιπα από τις παράτολμες πράξεις του. Ο βασιλιάς κατάλαβε πως ο γιος του συμπεριφερόταν επιπόλαια και αποφάσισε να τον βοηθήσει να αντιλαμβάνεται τις συνέπιες των πράξεών του. Τον κάλεσε και του είπε: «Παιδί μου, ένας καλός ηγέτης έχει αυτοπεποίθηση γιατί γνωρίζει τις δυνάμεις και τις δυνατότητές του. Ήρθε ο καιρός να γνωρίσεις τις δικές σου, που είναι μεγάλες. Για να το κατορθώσεις αυτό θα πρέπει να μοχθήσεις. Έπειτα του ζήτησε να πάει να ζήσει για 365 ημέρες μόνος του, σε μια μακρινή πόλη που κανένας δεν θα τον γνώριζε. Το επόμενο πρωινό τού έδωσε μερικά χρήματα, μια άμαξα με δύο άλογα, έναν υπηρέτη και τον αποχαιρέτησε.

Ο Γενάρης πέρασε πολύ δύσκολα σε αυτήν τη μακρινή πόλη. Κουράστηκε για να χτίσει ένα μικροσκοπικό σπιτάκι, δούλεψε για να κερδίσει χρήματα, χτύπησε όταν έπαιζε πετροπόλεμο, αρρώστησε όταν περπάτησε στη βροχή χωρίς ομπρέλα και από την συναναστροφή του με άλλους ανθρώπους έμαθε για τα προβλήματα και τις προσπάθειές τους. Κάποτε ήρθε ο καιρός να επιστρέψει στο παλάτι.

Ο βασιλιάς υποδέχτηκε τον γιο του με μια μεγάλη γιορτή. Στο δείπνο, θέλοντας να διαπιστώσει αν ο Γενάρης είχε αλλάξει χαρακτήρα, τον ρώτησε:

«Γιε μου, κάποια μέρα που εσύ θα ορίζεις αυτήν τη χώρα, τι δώρο θα έκανες στα παιδιά;»

Όλοι περίμεναν με περιέργεια την απάντησή του κι εκείνος, αφού σκέφτηκε κάμποση ώρα, είπε:

«Το χιόνι!»

«Το χιόνι; Μα αυτό φέρνει κρύο, πώς θα απολαμβάνουν τα παιδιά το παιχνίδι;» απόρησε ο βασιλιάς.

«Παίζοντας χιονοπόλεμο, κάνοντας τσουλήθρα, σκι κι ένα σωρό ακόμα δραστηριότητες. Ξέρεις, πατέρα, πάνω απ’ όλα θέλω να τους μάθω κάτι που εγώ άργησα να καταλάβω. Να φροντίζουν τον εαυτό τους. Να φοράνε γαλότσες, παλτό, γάντια κι έπειτα ας διασκεδάζουν όσο επιθυμούν».

Ο βασιλιάς φάνηκε ικανοποιημένος και κατέγραψε την απάντησή του σ’ ένα χρυσό βιβλίο.

Πόπη Καραβασίλη


Γράφτηκε στα πλαίσια του εργαστηρίου δημιουργικής γραφής «Σύντομα παραμύθια για τους μήνες», των Εκδόσεων Αλάτι, με συντονίστρια τη Γιώτα Κοτσαύτη.

 


 

 

 

Παρασκευή 24 Ιανουαρίου 2025

Όταν θύμωσε ο Γενάρης



Ο Γενάρης άνοιξε το άλμπουμ με τις φωτογραφίες του. Στάθηκε σ’ εκείνη που ήταν μικρός και κρατούσε μια χιονονιφάδα. Αυτό είχε συμβεί πριν πολλά χρόνια. Τώρα  οι άνθρωποι είχαν βουλώσει τις πόρτες του ουρανού με καπνούς που έβγαζαν τα μηχανήματα, τα φουγάρα και τα αυτοκίνητα. Δεν μπορούσε πια να κατρακυλήσει ούτε σταγόνα βροχής ούτε νιφάδα χιονιού.

Ο Γενάρης ήταν όλη την ώρα γκούχου, γκούχου. Περπατούσε λυπημένος, κρατώντας το μπαστούνι του. Η λευκή του κάπα είχε γίνει γκρι. Σκυφτός όπως ήταν, άρχισε να κοιτάζει από τα παράθυρα μέσα στα σπίτια. Είδε γονείς να βγάζουν από κουτιά έτοιμα γλυκά. Η μοσχοβολιά που έβγαινε από τον φούρνο, καθώς ψήνονταν μπακλαβάδες, μελομακάρονα, βασιλόπιτες, είχε πάρει δρόμο. Την κυνήγησαν οι μπαμπάδες κι οι μαμάδες αλλά με τόσες δουλειές που έπρεπε να κάνουν, τους ξέφυγε. Πού να προλάβουν να ζυμώσουν!

Στη συνέχεια είδε παιδιά θυμωμένα. Διάβαζαν για τα ατελείωτα διαγωνίσματα του σχολείου. Τον Ιανουάριο τα διαγωνίσματα έχουν την τιμητική τους. 

Κι οι αμυγδαλιές; Ξερές. Δεν είχαν ανθίσει. Άκουσε  πριόνια, γκρ-γκρ, που τις έκοβαν. Δεν  ήταν χρήσιμες πια.

Ο Γενάρης θύμωσε. Ο θυμός μερικές φορές είναι χρήσιμος… «Α, δεν είναι κατάσταση αυτή!» σκέφτηκε. «Όταν κάτι δεν είναι καλό, προσπαθούμε να το αλλάξουμε». Πέταξε την γκρίζα κάπα του. Έμεινε με το άσπρο πουκάμισό του και το άσπρο παντελόνι του. Είχε συνηθίσει το γκρι. Κακό πράγμα η συνήθεια. Είχε ξεχάσει πως, μέσα του, ήταν άσπρος. Ύστερα έκανε το μπαστούνι ρουκέτα και το πέταξε με τέτοια δύναμη στον ουρανό… Τα σύννεφα του μαύρου καπνού τρύπησαν. Άνοιξαν οι φραγμένες πόρτες εκεί ψηλά. Ανυπόμονες χιονοκαρδούλες σπρώχτηκαν να κατεβούν στη γη. Φίλησαν τα μαλλιά και τα γένια του Γενάρη που τις ελευθέρωσε και τα έκαναν κάτασπρα. Χαρούμενος άρχισε να χορεύει μαζί τους. Στον χορό μπήκαν στη στιγμή νέοι, γέροι και παιδιά. Είχαν χρόνια να δούνε τέτοια ομορφιά. Όλα είχαν γίνει άσπρα. Πιο άσπρα κι απ’ το γιαούρτι!

Στρατονίκη Ζαρμποζάνη

 

Γράφτηκε στα πλαίσια του εργαστηρίου δημιουργικής γραφής «Σύντομα παραμύθια για τους μήνες», των Εκδόσεων Αλάτι, με συντονίστρια τη Γιώτα Κοτσαύτη.

 



Τετάρτη 22 Ιανουαρίου 2025

Ο χορός του Γενάρη


Μια παραμονή Πρωτοχρονιάς ο Γενάρης ετοιμαζόταν, γεμάτος αγωνία, να φέρει την καινούργια χρονιά στη γη. Στολίστηκε με τον ψυχρό αλλά λαμπερό μανδύα του, το γιορτινό του χαμόγελο φώτισε το πρόσωπό του και περίμενε να λάμψουν τα πυροτεχνήματα και να ανοίξει η τεράστια πύλη του χρόνου.

Μόλις τα πυροτεχνήματα έδωσαν το σύνθημα, η άμαξα του Γενάρη κύλησε επάνω στην παγωμένη γη φέρνοντας τη νέα χρονιά, που καμάρωνε σαν βασίλισσα. Ταυτόχρονα ο ουρανός φωτίστηκε από το ασημένιο φεγγάρι, που λαμπύριζε σαν μαργαριτάρι και μικρές νιφάδες χιονιού άρχισαν να χορεύουν μαγευτικά γύρω από αυτό. Ήταν όλα τόσα γλυκά και χαρούμενα!

Όμως ο Γενάρης ζήλεψε. Ήθελε κι αυτός να χορέψει μαζί τους. Άρπαξε με βιασύνη την πρώτη νιφάδα που έπεσε μπροστά του κι άρχισε να στριφογυρνά γύρω της. Εκείνη αισθάνθηκε παράξενα που βρέθηκε μακριά από τις άλλες νιφάδες.

«Πού με πας;» τον ρώτησε. «Με πήρες από τις αδελφές μου!» συμπλήρωσε θυμωμένα.

«Μα χορεύετε τόσο όμορφα» απάντησε εκείνος. «Θέλω κι εγώ να γιορτάσω αυτήν τη βραδιά με έναν χορό μαζί σας».

Βλέποντας τον ενθουσιασμό του Γενάρη και την όρεξή του για χορό η νιφάδα ξέχασε τον θυμό της. Του πρότεινε να ανέβει και να χορέψουν όλοι και όλες παρέα γύρω από το φως του φεγγαριού.

Μα τα πράγματα δυσκόλευαν… Ο Γενάρης είχε φέρει την καινούργια χρονιά. Δεν γινόταν να την αφήσει μόνη της. Τον χρειαζόταν για να την οδηγήσει στο ταξίδι της.

Από ψηλά το ασημένιο φεγγάρι είδε την ανησυχία του. Κι εκείνο ήθελε να βρεθεί ο Γενάρης στον χορό τους. Άλλωστε σ’ αυτόν όφειλε το λαμπερό του χρώμα, που μαγνήτισε τις νιφάδες γύρω του. Όλοι οι άνθρωποι το έλεγαν: «Το φεγγάρι του Γενάρη μοιάζει με μαργαριτάρι*». Κάλεσε, λοιπόν, τις νιφάδες κοντά του κι άρχισε να σιγομουρμουρίζει μελωδικά:

 «Εμπρός, κρυσταλλένιες μου νιφάδες,

πιάστε τα χέρια και φτιάξτε σκάλες.

Η μια κάτω από την άλλη,

κρατηθείτε γερά, γεμάτες χάρη.

Δημιουργείστε στο λεπτό

έναν ολόασπρο και παγερό ιστό!»

Έτσι είπε το φεγγάρι κι έτσι έγινε. Μεμιάς η άμαξα του Γενάρη βρήκε τον δρόμο της στον ιστό των νιφάδων. Σε λίγο βρέθηκε να καμαρώνει επάνω στο ολόλαμπρο φεγγάρι, που τους υποδέχθηκε γεμάτο χαρά. Και τότε όχι μόνο ο Γενάρης χόρεψε με τις νιφάδες και το φεγγάρι, αλλά στριφογύρισε μαζί τους και η νέα χρονιά. Όλοι και όλες γιόρτασαν μια ιδιαίτερη Πρωτοχρονιά, στολισμένη με φεγγαρόσκονη και κρυσταλλονιφάδες!

Βάσω Πλιάτσικα

 

*Την έμπνευση για την πλοκή του παραμυθιού έδωσε η παροιμία.

 

Γράφτηκε στα πλαίσια του εργαστηρίου δημιουργικής γραφής «Σύντομα παραμύθια για τους μήνες», των Εκδόσεων Αλάτι, με συντονίστρια τη Γιώτα Κοτσαύτη.




Πέμπτη 16 Ιανουαρίου 2025

Ο Γενάρης κι η μαγική του αγκαλιά

 


Πριν πολύ πολύ καιρό, στο Βασίλειο των Εποχών, ανατέθηκε στον Γενάρη μια αποστολή: να φέρνει τη γαλήνη και την ηρεμία στο ξεκίνημα κάθε νέας χρονιάς. Πιστός στο καθήκον του, προσπαθούσε να κάνει όσο καλύτερα μπορούσε ό,τι του είχε ζητήσει ο γερο-Χρόνος. Κατάφερε, έτσι, να τον αγαπούν όλοι μα κανείς δεν ήθελε να τον πολυπλησιάζει. Ήταν κρύος, έλεγαν κι η παγωνιά που κουβαλούσε μαζί του τους τρόμαζε.

Μια μέρα, καθώς περπατούσε στο χιονισμένο δάσος, συνάντησε ένα μικρό σπουργίτι, που στεκόταν κρυμμένο κάτω από τα πυκνά κλαδιά ενός δέντρου. Το παρατήρησε για αρκετή ώρα και διαπίστωσε πως δεν έφευγε στιγμή από κει.

«Γιατί δεν πετάς μαζί με τα υπόλοιπα πουλιά;» ρώτησε τελικά ο Γενάρης.

«Έχω ξεπαγιάσει και φοβάμαι πως δεν θα τα καταφέρω» απάντησε θλιμμένα εκείνο.

Ο Γενάρης ήξερε πως το άγγιγμά του ήταν ψυχρό αλλά δεν ήθελε ν’ αφήσει το πουλάκι αβοήθητο. Το πλησίασε κι άπλωσε τα χέρια του, απαλά, γύρω απ’ το μικροκαμωμένο σωματάκι του. Ξαφνικά το χιόνι άρχισε να λαμπυρίζει και μια ζεστή, γλυκιά αίσθηση πλημμύρισε την περιοχή. Το σπουργίτι ένιωσε μια μαγική θαλπωρή που δεν είχε ποτέ φανταστεί ότι υπάρχει.

«Μα εσύ είσαι ζεστός!» αναφώνησε.

«Όχι» χαμογέλασε ο Γενάρης. «Η ζεστασιά δεν προέρχεται από μένα αλλά από την αγκαλιά που τόλμησα να σου δώσω».

Από τότε, κάθε φορά που περνούσε από το δάσος, όλα τα πλάσματα τον υποδέχονταν με χαμόγελο. Και τα βράδια, όταν όλα ησύχαζαν, μπορούσε κανείς να δει τα μικρά σπουργίτια να κουρνιάζουν, λουσμένα από μια λάμψη, σαν να κουβαλούσαν ακόμα μια μικρή δόση από τη μαγική του αγκαλιά.

Γιώτα Κοτσαύτη

https://www.facebook.com/yota.kotsaftitheofanous

 

Θα χαρούμε πολύ να μας γράφετε τις εντυπώσεις σας ή, αν είστε εκπαιδευτικοί και δουλέψετε με κάποια ιστορία στην τάξη σας, να μοιραστείτε την εμπειρία.

Το παρόν ιστολόγιο λειτουργεί, εδώ και δέκα χρόνια, αποκλειστικά και μόνο αφιλοκερδώς (δεν έχει καν διαφημίσεις, όπως η πλειοψηφία των ιστολογίων) κι η ανατροφοδότησή σας είναι για μας ένα ισχυρό κίνητρο για να συνεχίσουμε.

Ηλεκτρονική διεύθυνση επικοινωνίας: yotakotsafti1@yahoo.gr

Ευχαριστούμε θερμά!

Δευτέρα 22 Ιανουαρίου 2024

Τι ζήτησε ο Χιονάνθρωπος απ’ τον Γενάρη

 

Γιαμουρίδου Κική

Στέκω καμαρωτός, με χρωματιστή μυτούλα, μάτια μεγάλα, μέχρι και καπέλο και κασκόλ. Γιατί άραγε τόση περιποίηση; Εγώ θα λιώσω. Δεν είναι πολύς ο χρόνος της ζωής μου. Σύντομη η χαρά των ανθρώπων που με δημιούργησαν, όπως κι η παραμονή μου εδώ. Εσύ, Γενάρη, όμως έχεις τριάντα μια ολόκληρες μέρες. Προφταίνεις να δώσεις μεγάλες χαρές και να ζωγραφίσεις το χαμόγελο στα πρόσωπα των ανθρώπων. Μπορείς να «μαλακώσεις», να αφήσεις τον ήλιο να απλώσει τις ακτίνες του και να ξεπροβάλλει. Παιδικές φωνές θα ακουστούν παντού. Με παιχνίδια θα περνούν οι ώρες και βόλτες θα λαχταρούν οι μεγάλοι. Έχει και ο Χειμώνας ομορφιές και η φύση δεν θα είναι μόνη. Κρίμα πια τόση ησυχία και όλοι κλεισμένοι μέσα. Δεν σου στοιχίζει τίποτα να γαληνέψεις λίγο τις ψυχές και να δώσεις ανάσες και έμπνευση για όνειρα. Είσαι ο πρώτος μήνας του χρόνου. Βάλε τα θεμέλια για ζωή γεμάτη ομορφιά, αισιοδοξία, ελπίδα. Πέρασε το μήνυμα και στους άλλους μήνες για μια χρονιά γεμάτη φως και χρώματα και ζωντάνια. Εγώ θα λιώσω γρηγορότερα, μα δεν με νοιάζει. Θα έχω κάνει ήδη ένα μεγάλο καλό και ας έζησα λίγο. Θα φύγω χαρούμενος και γεμάτος ικανοποίηση. Όλοι για κάποιον καλό σκοπό ερχόμαστε σε τούτον τον κόσμο. Μη με παρακούσεις, Γενάρη!

 

Κοτσαύτη Γιώτα

Σ’ ένα χωριό, στην άκρη της Γης, ζούσε κάποτε ένας Χιονάνθρωπος. Για καλή του τύχη είχε πολύ κρύο και δεν έλιωνε ποτέ.

Μια μέρα ο Γενάρης κατέβηκε απ’ τον χρυσό του θρόνο, πήρε το μεγάλο του ραβδί και κίνησε για τη Γη. Ακολούθησε το πρώτο δρομάκι που συνάντησε. Σύντομα βρέθηκε στο χωριό του Χιονάνθρωπου. Με μια ειδική σκόνη έγινε αόρατος. Τρύπωνε στα σπίτια χωρίς να τον δουν κι άκουγε τις συνομιλίες. Οι περισσότεροι άνθρωποι ήθελαν χρήματα και υλικά αγαθά, άλλοι υγεία, αγάπη, φίλους, καλοτυχία, δόξα. Πολλά ζωάκια ζητούσαν ένα σπιτικό. Και τα φυτά νερό, φως και λίγη ζεστασιά για να μπορούν να ζουν και ν’ αναπτύσσονται. Πού να φανταστούν ότι ήταν η τυχερή τους μέρα!

Όταν τέλειωσε η σκόνη που τον έκανε αόρατο, πήρε τον δρόμο της επιστροφής. Κάπου εκεί συνάντησε και τον Χιονάνθρωπο.

«Είμαι ο Γενάρης και σήμερα εκπληρώνω κάθε επιθυμία. Τι επιθυμείς ν’ αποκτήσεις;»

Ο Χιονάνθρωπος μίλησε για τους ανθρώπους στο χωριό, που ήθελαν χρήματα και υλικά αγαθά, υγεία, αγάπη, φίλους, καλοτυχία, δόξα. Για τα ζωάκια που ζητούσαν ένα σπιτικό. Και για τα φυτά που επιθυμούσαν νερό, φως και λίγη ζεστασιά για να μπορούν να ζουν και ν’ αναπτύσσονται».

«Αυτά τα έκανα ήδη, καλέ μου φίλε. Λέω για σένα. Εσύ τι θα ήθελες;»

«Εγώ; Μα εγώ έχω όλα όσα μου χρειάζονται. Κι αν μου λες πως έχουν ό,τι επιθυμούν κι οι άνθρωποι του χωριού, τα ζώα και τα φυτά, τι άλλο να ζητήσω;»

Ο Γενάρης αποχαιρέτησε τον Χιονάνθρωπο κι έφυγε προβληματισμένος.

Ο τόπος πρόκοψε, από τότε, πολύ. Άνθρωποι, ζώα, φυτά, είχαν πάντα ό,τι επιθυμούσαν κι ακόμα περισσότερα. Δεν έμαθαν ποτέ, ούτε κι ο Χιονάνθρωπος, πως το χρωστούσαν σ’ εκείνον και στη μεγάλη, γενναιόδωρη καρδιά του…

 

Μπόικου Θεοδώρα

Η καρδιά του Φρο

Η Πρωτοχρονιά και η Πρωτομηνιά, στεφανωμένες με αλεξανδρινά εγκαινίασαν την έλευσή τους. Ο παγωμένος άνεμος σφύριζε τα κάλαντα, το χιόνι ξάπλωνε πυκνό και σκέπαζε το χώμα. Σε μια κάτασπρη αυλή ο Φρο ο Χιονάνθρωπος, με το καπέλο και τα ξύλινα χέρια του, έστεκε προβληματισμένος. Ο Ιανουάριος έριξε την κόκκινη ανεμόσκαλά του και μεμιάς βρέθηκε μπροστά του. Ο Φρο έκπληκτος υποκλίθηκε στον επισκέπτη. Ο Ιανουάριος ξεκίνησε τη συζήτηση. «Ευλογημένη η Νέα Χρονιά. Είμαι ο Ιανουάριος και σε βλέπω κατηφή. Πώς μπορώ να σε βοηθήσω;» Ο Φρο απάντησε: «Θέλω να αποκτήσω καρδιά και να νιώθω τα ανθρώπινα συναισθήματα». Ο Ιανουάριος το σκέφτηκε. «Φίλε μου καλέ, τα ανθρώπινα συναισθήματα περιέχουν ευάρεστες αλλά και δύσκολες όψεις. Είσαι προετοιμασμένος για αυτό;» Ο Φρο ανταπάντησε: «Θέλω να γνωρίσω την Αγάπη. Έχω ακούσει ότι είναι όμορφη και πετάς στα σύννεφα». Ο Ιανουάριος αποφάσισε να του χαρίσει καρδιά αλλά να νιώθει μόνο την αγάπη των παιδιών. Ο Φρο χοροπηδούσε και τραγουδούσε γιορτινούς σκοπούς από τη χαρά του. Γύρω του μαζεύτηκαν τα παιδιά κι εκείνος τα αγκάλιασε με τα ξύλινα χεράκια του και τη ζέστη καρδιά του.

 

Σπαθαράκη Κατερίνα

Ένας χειμώνας

Μια φορά κι έναν καιρό ήταν ένας χιονάνθρωπος που τον έλεγαν Μπίλμπο. Ο Μπίλμπο δεν ήταν ένας συνηθισμένος χιονάνθρωπος, γιατί ενώ όλοι οι φίλοι του γκρίνιαζαν που μόλις τέλειωνε ο χειμώνας θα γινόντουσαν σύννεφα και θα επέστρεφαν στον ουρανό, εκείνος χαιρόταν που του δόθηκε, έστω και για λίγο, η ευκαιρία να δει τη ζωή στη γη. Πώς του άρεσε να βλέπει από εδώ κάτω το καημένο το φεγγάρι που παράβγαινε με τον ήλιο και ακόμα ήλπιζε πως θα τον προφτάσει. Πώς του άρεσαν οι χιονονιφάδες όταν χόρευαν στον άνεμο, η βροχή που πότιζε το χώμα. Μα πιο πολύ από όλα, του άρεσε το χαμόγελο των παιδιών όταν έρχονταν να παίξουν μαζί του.

Ο Γενάρης παρακολουθούσε από ψηλά τον Μπίλμπο. Τόσα χρόνια στην ίδια δουλειά, δεν είχε δει άλλον χιονάνθρωπο με τόση αγάπη για τη ζωή. Αποφάσισε λοιπόν να τον επισκεφτεί για να μάθει το μυστικό του. Ο Μπίλμπο, όταν είδε τον Γενάρη να πλησιάζει, δεν αντέδρασε. Ήταν λες και περίμενε εδώ και πολύ καιρό την άφιξή του. Κι όταν τον ρώτησε το μυστικό του, χωρίς να το σκεφτεί απάντησε: «Όποιος έχει ζήσει για χρόνια ολόκληρα στα μαύρα σύννεφα θα έπρεπε να ρουφάει τον χειμώνα μέχρι το μεδούλι. Εσείς που ζείτε συνέχεια στη γη δεν μπορείτε να καταλάβετε πόσο σημαντικός είναι για εμάς, τα πλάσματα του ουρανού, ο χειμώνας. Μπορεί να βρέχει, μπορεί να κάνει κρύο, αλλά είναι η μοναδική περίοδος που είμαστε αληθινά ζωντανοί. Αν είχα μόνο μια ευχή, αγαπητέ μου Γενάρη, θα ήθελα να σου ζητήσω οι νιφάδες μου να λιώσουν όσο πιο αργά γίνεται. Κι ας είναι σύντομη, κι ας είναι παγωμένη, τούτη είναι η μόνο πραγματική ζωή που έχω».

 

Φλογερά Ελένη

«Αγαπημένε μου Γενάρη, μπορείς να μου κάνεις μια χάρη;» ρώτησε ο Χιονάνθρωπος.

«Φυσικά, ό,τι θέλεις».

«Θέλω, σε παρακαλώ, τώρα που θα αρχίσουν οι Αλκυονίδες ημέρες σου να με προστατεύσεις από τις ηλιαχτίδες. Δεν θέλω να λιώσω. Κι όταν με το καλό τελειώσει η θητεία σου και φύγεις για το παγωμένο βασίλειό σου, να με πάρεις μαζί σου κι εγώ για αντάλλαγμα θα σου κρατώ συντροφιά».

«Έχεις τον λόγο μου, θα σε προστατεύσω απ’ τον ήλιο όσο διαρκούν οι Αλκυονίδες, αλλά γιατί δεν θέλεις να μείνεις λίγο ακόμα εδώ; Οι μέρες του αδερφού μου του Φλεβάρη, που θα έρθει μετά από μένα, είναι παγωμένες σαν τις δικές μου. Και πού ξέρεις; Ίσως έρθουν πάλι τα παιδιά που σ’ έφτιαξαν, να παίξουν μαζί σου».

«Μπα, δεν το ρισκάρω. Δεν έχεις ακούσει την παροιμία που λέει: "Ο Φλεβάρης κι αν φλεβίσει, καλοκαίρι θα μυρίσει;" Όσο για τα παιδιά, μου είπαν πως δεν μπορούν να ξανάρθουν γιατί πάνε σχολείο και έχουν διάβασμα. Θα τα θυμάμαι όμως πάντα με αγάπη» είπε ο Χιονάνθρωπος και χάιδεψε το κασκόλ που είχε στον λαιμό του. «Να τολμήσω να ζητήσω και κάτι ακόμη;»

«Για λέγε» είπε ο Γενάρης.

«Κοιτάζω την ανθισμένη αμυγδαλιά εκεί πέρα και θέλω να σου ζητήσω να μη στείλεις τους βοριάδες σου και σκορπίσουν τα άνθη της, είναι τόσο όμορφη».

«Άντε, με πέτυχες στις καλές μου, θα σου κάνω όλα τα χατίρια και μετά θα σε πάρω μαζί μου. Θα κάνουμε ωραία παρέα οι δυο μας!»

 

Χαραμή Μεταξία

Το τραγούδι του Χιονάνθρωπου

«Μα γιατί κλαις, καλέ μου;» είπε ο Γενάρης στον φανταχτερό Χιονάνθρωπο που έστησαν τα παιδιά. «Έφυγαν από κοντά μου. Ήμουν ευτυχισμένος γιατί τα είχα δίπλα μου. Όμως τώρα; Τι θα γίνει τώρα; Πάλι μόνος». «Τι μπορώ να κάνω για σένα; Δεν γίνεται να κλαις». «Μια παρέα ανθρώπινη γυρεύω. Τόσο μικρή που είναι η ζωή μου, να μένω και στη μοναξιά; Σ’ ευχαριστώ που νοιάζεσαι, φαίνεσαι καλόγνωμος». Αυτά είπε ο Χιονάνθρωπος και μαζεύτηκε στη γωνιά του θλιμμένος. Ο Γενάρης, με την καλή του καρδιά, έβαλε τον Βοριά να φυσήξει, να παγώσει το χιόνι, για να μπορέσει ο Χιονάνθρωπος να μείνει περισσότερες μέρες. Έστειλε μήνυμα στα παιδιά με τον Κοκκινολαίμη, τον ταχυδρόμο του. Να βάλουν τα ζεστά τους και να βγούνε στον κήπο. Να τραγουδήσουν το πιο όμορφο τραγούδι τους για τον Χιονάνθρωπο, που κλαίει. Κι ενώ ο Βοριάς φυσούσε, το χιόνι πάγωνε. Πάγωνε κι ο Χιονάνθρωπος. Έτρεξαν τα παιδιά όταν άκουσαν τον Κοκκινολαίμη να τα φωνάζει. Πήγαν κοντά του κι άρχισαν το τραγούδι τους.

«Σταμάτα να δακρύζεις, τραγούδια μόνο για σένα, θα πούμε όσα αξίζεις.

Κοντά σου θα σταθούμε, χορό πάνω στο χιόνι,  παρέα σου θα γενούμε.

Σ’ έχουμε στην καρδιά μας, Χιονάνθρωπε του κήπου, θα ζεις στα όνειρά μας».

Ένα δάκρυ κύλησε στα μάτια του Χιονάνθρωπου. Μόνο που ήταν δάκρυ χαράς. Ο Γενάρης είχε κάνει το θαύμα του.

 

 

Δευτέρα 1 Ιανουαρίου 2024

Ο Γενάρης που άλλαξε έντεκα γνώμες

 


Μια φορά κι έναν καιρό ήταν ο Γενάρης. Ο πρωτότοκος γιος του Χρόνου. Καθόταν ολομόναχος στο παράθυρο ενός μεγάλου πύργου αγναντεύοντας πέρα απ’ τα σύννεφα. Μια σκέψη φτερούγιζε σαν πεταλούδα στο μυαλό του, που τον έκανε χαρούμενο κι ανήσυχο συνάμα. Σε λίγο είχε τα γενέθλιά του. Θα έπαιρνε την ευχή του πατέρα του και με τη σύμφωνη γνώμη των αδερφών του, θα κατηφόριζε προς τη γη. Έτσι πρόσταζε το έθιμο. Κατέβηκε στη Μεγάλη Αίθουσα. Ο πατέρας Χρόνος περίμενε ήρεμος και γαλήνιος. Ο θρόνος ήταν καμωμένος από λιόξυλα που τα ’χαν δέσει οι γιοι του μ’ ασημοκαπνισμένα φύλλα. Οι μήνες έσκυψαν και τον προσκύνησαν. Τότε ο Γενάρης ζήτησε πρώτος τον λόγο και είπε:

«Σεβαστέ πατέρα, δώσε μου την ευχή σου. Κι εσείς, πολυαγαπημένα μου αδέρφια, πείτε τη γνώμη σας, για να ξεκινήσω το ταξίδι μου».

«Πήγαινε στο καλό, γιε μου» είπε ο Χρόνος. «Εύχομαι τα έργα σου να τιμηθούν και να εκτιμηθούν από τους ανθρώπους. Ας ακούσουμε τώρα και τη γνώμη των αδερφών σου».

Εκείνοι είπαν:

«Η γνώμη μας δεν θα σου αρέσει, Γενάρη, αλλά δυστυχώς πρέπει να σου την πούμε».

Κι ένας ένας άρχισε να λέει την ιδέα που είχε γι’ αυτόν.

«Αντιπαθητικός».

«Μονόχνοτος».

«Ακατάδεχτος».

«Μυγιάγγιχτος».

«Παγωμένος».

«Κακόκεφος».

«Μουντός».

«Χιονιάς».

«Άχρωμος».

«Άκαρπος».

«Αφιλόξενος».

Ο καημένος ο Γενάρης! Έσκυψε το κεφάλι και δεν είπε ούτε μια λέξη.

Τόσο άσχημη γνώμη είχαν γι’ αυτόν τ’ αδέρφια του;

Ο γερο-πατέρας πήρε τον λόγο.

«Ακούσαμε και μάθαμε τις γνώμες των αδερφών σου. Θέλω να πας στη Γη και να γυρίσεις να μας πεις τη γνώμη που έχουν για σένα όσα ζωντανά πλάσματα προλάβεις να δεις και να σε δουν σε μια μέρα. Έπειτα να γυρίσεις και να μας πεις τι άκουσες».

Έτσι κι έγινε.

Ο Γενάρης κατηφόρισε στη γη. Κοίταξε γύρω του.

Οι άνθρωποι περπατούσαν γρήγορα, σκυφτοί και κουκουλωμένοι.

«Ωραία μέρα σήμερα» είπε σ’ έναν χοντρούλη κύριο που κουβαλούσε μια σακούλα με ψώνια.

«Πού την είδες; Μας παράχωσε στο χιόνι ο Παλιογενάρης!»

«Παίζουμε χιονοπόλεμο;» ρώτησε μια κοπέλα που θαύμαζε τον εαυτό της σε μια βιτρίνα.

«Τρελάθηκες; Θα βραχούν τα ρούχα μου από την υγρασία. Αχ, πόσο κουραστικός μήνας είναι ο Γενάρης».

Απελπισμένος προχώρησε σε μιαν αλάνα. Ξαφνικά άκουσε γέλια και χαρούμενες φωνές. Μια παρέα παιδιών κουτρουβαλιάστηκε στο χιόνι. Σηκώθηκε. Άπλωσε τα χέρια του και τους πλησίασε. Μια χιονόμπαλα τον πέτυχε στο πρόσωπο. Κι άλλη μια. Έριξε χαρούμενος κι αυτός. Έφαγε όμως τόσο χιόνι που κουκουλώθηκε. Τα παιδιά τον έκαναν χιονάνθρωπο. Στο τέλος έφυγαν ξεχνώντας στο κεφάλι του κι έναν κόκκινο σκούφο. Στεκόταν εκεί ακίνητος μέχρι που νύχτωσε. Τότε έφτασαν στ’ αυτιά του ψίθυροι απ’ τη γη. Ήταν οι σπόροι που λαγοκοιμόντουσαν κάτω απ’ το χιόνι.

«Αχ, τι καλά που ξεκουραζόμαστε. Ευχαριστούμε, Γενάρη. Χάρη σε σένα δυναμώνουμε για να φυτρώσουμε την Άνοιξη».

Χαμογέλασε.

Μα άκουγε κι ένα ροχαλητό. Ήταν η αρκούδα που ηρεμούσε κι αναπαυόταν.

Προτού φύγει κοντοστάθηκε σ’ έναν βράχο. Ένιωσε ένα απαλό χάδι στο χέρι του σαν γαργαλητό. Ένα μοβ κυκλάμινο τριβόταν πάνω του και του είπε:

«Σ’ αγαπώ!»

Πέταξε απ’ τη χαρά του. Δίχως να το καταλάβει έφτασε στην αίθουσα του θρόνου. Είπε όλα όσα είδε κι άκουσε. Η ματιά του έλαμπε. Οι έντεκα γνώμες των αδερφών του άλλαξαν. Έγιναν έντεκα συγγνώμες. Κι αγκαλιάστηκαν ευτυχισμένοι!

Ζωή Ράλλη

 

Πηγή: https://www.ekdoseisalati.com/p/anthologio-peza-kai-poiimata-me-themata-ap-toys-mines-kai-tis-epoches